ΑΠΟΨΕΙΣ

Ηγεσία της Δικαιοσύνης και λαϊκή κυριαρχία

Στη μακρά πολιτική μου πορεία διετέλεσα, μεταξύ άλλων, και υπουργός Δικαιοσύνης. Η ιδιότητά μου αυτή με υποχρεώνει να παρέμβω στο πρόβλημα το οποίο τελευταίως ανέκυψε.

Σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 90 του Συντάγματος, η προαγωγή των προέδρων και των αντιπροέδρων των ανώτατων δικαστηρίων, καθώς και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενεργείται με προεδρικό διάταγμα ύστερα από πρόταση του υπουργικού συμβουλίου, με επιλογή μεταξύ των μελών του αντίστοιχου ανώτατου δικαστηρίου. Η συνταγματική αυτή ρύθμιση αποκλίνει από τον κανόνα της διάκρισης των εξουσιών, που θεσπίζεται με το άρθρο 26 του Συντάγματος.

Ο σκοπός της απόκλισης αυτής είναι να μην αποκόπτεται πλήρως η Δικαιοσύνη από τα όργανα του κράτους που εκλέγονται από τον λαό και λογοδοτούν σε αυτόν. Νομιμοποιείται δηλαδή η δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση, μέσω της οποίας εκφράζεται η λαϊκή κυριαρχία, να επιλέγει τη λεγόμενη ηγεσία της Δικαιοσύνης.

Εξάλλου, με τη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 88 του Συντάγματος καθορίζεται ως όριο αποχώρησης των ανώτατων δικαστικών λειτουργών από την υπηρεσία το 67ο έτος της ηλικίας τους, το οποίο κατά την ίδια διάταξη θεωρείται ότι συμπληρώνεται την 30ή Ιουνίου του έτους της αποχώρησης του δικαστικού λειτουργού.

Υπό τα δεδομένα αυτά, η εξαιρετική αρμοδιότητα της κυβέρνησης για την κάλυψη των κενών που δημιουργούνται στην ηγεσία της Δικαιοσύνης επιβάλλεται να ασκείται μετά τη λήξη της θητείας των αποχωρούντων ανώτατων δικαστικών λειτουργών, δηλαδή από την 1η Ιουλίου. Σε κάθε περίπτωση, δεν νοείται δημοσίευση του σχετικού προεδρικού διατάγματος πριν από τη χρονολογία αυτή.

Στην προκειμένη περίπτωση της εξαγγελίας βουλευτικών εκλογών για την 7η Ιουλίου, τίθεται το ερώτημα αν η εξαγγείλασα τις εκλογές και απερχόμενη κυβέρνηση μπορεί να ορίσει την ηγεσία της Δικαιοσύνης, δηλαδή να καλύψει τις κενούμενες οργανικές θέσεις προέδρου και αντιπροέδρων ανώτατου δικαστηρίου, καθώς και εισαγγελέα κατά την προεκλογική περίοδο, και μάλιστα να δημοσιευτεί το σχετικό προεδρικό διάταγμα έως τη διενέργεια των εκλογών (7 Ιουλίου).

Μια κυβέρνηση δικαιολογείται για να ασκήσει την πιο πάνω εξαιρετική αρμοδιότητα της επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης ως φορέας της εμπιστοσύνης της Βουλής και της λαϊκής κυριαρχίας. Η κυβέρνηση όμως που βρίσκεται σε προεκλογική περίοδο και επιδιώκει να λάβει εκ νέου τη λαϊκή εντολή για να συνεχίσει να κυβερνά δεν έχει την απαιτούμενη πολιτική και συνταγματική νομιμοποίηση για την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, η οποία επιλογή, μέσω της πιο πάνω διασταύρωσης των εξουσιών, εκφράζει τη λαϊκή κυριαρχία. Η λαϊκή αυτή κυριαρχία θα εκφρασθεί αληθώς με τις επικείμενες εκλογές.

Ενα τέτοιο λοιπόν εξαιρετικό θέμα, όπως είναι η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, η οποία εκ των πραγμάτων δεν φέρει επείγοντα χαρακτήρα, ώστε να επιβάλλεται να συντελεστεί μέχρι τις εκλογές και όχι μετά από αυτές, δεν μπορεί να αποφασιστεί από την ευρισκόμενη σε προεκλογική περίοδο κυβέρνηση. Η κυβέρνηση αυτή διαχειρίζεται ουσιαστικά μόνο τα τρέχοντα και από τη φύση τους επείγοντα θέματα. Ετσι, και αν ακόμη έχει γίνει επιλογή από μια τέτοια κυβέρνηση, το σχετικό διάταγμα δεν μπορεί να δημοσιευτεί πριν από τις εκλογές και να λάβουν πριν από αυτές υπόσταση οι σχετικές επιλογές.

* Ο κ. Ιωάννης Βαρβιτσιώτης είναι πρώην υπουργός και ευρωβουλευτής. Εχει μετάσχει σε όλες τις κοινοβουλευτικές επιτροπές αναθεώρησης του Συντάγματος από το 1963 έως και το 2001 (στην τελευταία ως γενικός εισηγητής).