ΑΠΟΨΕΙΣ

Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης: Ρουτίνες

konstantinos-markoylakis-roytines-2323283

Τα μοντέλα είναι, χονδρικά, δύο. Το ένα είναι, ας πούμε, το μοντέλο Γεωργούλη: Διασημότης που μετατρέπεται σε εκλογικό συνάλλαγμα. «Αγοράζει» πολιτικό αξίωμα και το χρησιμοποιεί σαν συνέχεια της σόου μπιζ με άλλα μέσα. Χαρούλες, χοροπηδήματα, instαγριότητες. Οχι πια σε πίστες και ξαπλώστρες, αλλά με φόντο το Ευρωκοινοβούλιο.

Το δεύτερο μοντέλο είναι το παλιό, της καθαρής στράτευσης, όπου ο πολιτευόμενος καλλιτέχνης απλώς επισημοποιεί εκλογικά την προηγούμενη ταύτισή του.

Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης δεν ταξινομείται ούτε στο ένα ούτε στο άλλο στερεότυπο. Δεν είναι ούτε τόσο ελαφρύς, ώστε να πουλήσει την ωραιοπάθειά του για πολιτικό προϊόν· ούτε τόσο δογματικός, ώστε να χρησιμοποιεί την τέχνη του σαν εργαλείο φρονηματισμού.

Τη συμμετοχή του στην πολιτική τη σκηνοθετούσε τελευταία ως έκφραση «κανονικού» πολίτη που αρθρώνει «κανονικά» τα πιστεύω του – όχι χωρίς πάθος, αλλά πάντως χωρίς την ιεραποστολική νεύρωση άλλων ομοτέχνων του.
Εξαιτίας αυτής της «κανονικοφάνειας» –που διαχωρίζει το μούσι του χίπστερ από το μούσι του κήρυκα– η υποψηφιότητα του Μαρκουλάκη στην τελευταία θέση του Επικρατείας της Ν.Δ. είναι χρήσιμη για το κόμμα. Είναι περισσότερο χρήσιμη, επειδή είναι «συμβολική» – επειδή δεν μπορεί κανείς εύκολα να της προσάψει καριερίστικη ιδιοτέλεια.

Στην επιλογή του Μαρκουλάκη αποτυπώνεται η ανάγκη της Ν.Δ. να εμφανιστεί με ανανεωμένη όψη στους ψηφοφόρους που εξακολουθούν να την αποστρέφονται σαν κήτος της μεταπολιτευτικής προϊστορίας. O εναλλακτικός υποψήφιος είναι δέλεαρ προς τους άστεγους του Ποταμιού και τους αμφιταλαντευόμενους κεντροαριστερούς.

Ομως, πέρα από την μπακαλική της ψηφοθηρίας, πέρα και από τις προθέσεις του ίδιου του σχεδόν πολιτευόμενου, αξίζει κανείς να πάρει αφορμή για να αναρωτηθεί: Είναι δυνατόν ένας διακεκριμένος –όπως λέμε «επώνυμος»– πολίτης να στηρίζει εμπράκτως ένα κόμμα χωρίς να στηρίζεται σε αυτό; Είναι δυνατόν να δανείζει τη φωτογένειά του αφιλοκερδώς;

Στην πραγματικότητα, το ερώτημα είναι αν, ύστερα από δέκα χρόνια στα σαγόνια του κυνισμού και της μισαλλοδοξίας, μπορούμε να φανταστούμε μια μορφή συμμετοχής στα κοινά που δεν θα ισοδυναμεί με τζιχάντ. Μέχρι πρόσφατα, οι επιλογές για τα δημόσια πρόσωπα δεν ήταν πολλές: Είτε δεν έλεγαν τίποτε – σιωπούσαν ή βουτούσαν σε επίπεδους κοινούς τόπους· είτε σήκωναν φλάμπουρα. Ακόμη κι όταν οι ίδιοι δεν εννοούσαν να στρατευθούν, τους «επιστράτευε», αντανακλαστικά, το μένος των αντιπάλων. Οχι πια.

«Ξέρω πού θα βρίσκομαι στις 7 Ιουλίου», έγραψε χθες ο Μαρκουλάκης. Θα ψηφίσει και μετά θα πάει στη δουλειά του.
Ξενέρωτο; Ναι. Αλλά αυτό είναι η «κανονικότητα» της δημοκρατίας. Ενας σφυγμός που δεν ακούς. Μια ευτυχής ρουτίνα.