ΑΠΟΨΕΙΣ

Το μυστήριο του 38,69%

Οσοι ελπίζουν ότι το αποτέλεσμα των πρόσφατων εκλογών σηματοδοτεί μια στροφή του εκλογικού σώματος προς τη σοβαρότητα ας περιμένουν λίγο ακόμη για να βγάλουν ασφαλέστερα συμπεράσματα. Οχι μόνον έως τις εθνικές εκλογές, αλλά κυρίως σε ό,τι ακολουθήσει. Είτε η Νέα Δημοκρατία εξασφαλίσει την αυτοδυναμία είτε υπάρξει παζάρι για τον σχηματισμό κυβέρνησης, οι κινήσεις της κυβέρνησης, η πολιτική της αντιπολίτευσης και οι ζυμώσεις μεταξύ όσων πολιτικών σχημάτων βρέθηκαν εκτός Βουλής θα δείξουν πόσο οι πολίτες στράφηκαν προς τη Ν.Δ. επειδή δεν τάζει θαύματα ή εάν γύρισαν την πλάτη στον ΣΥΡΙΖΑ επειδή τα δικά του θαύματα αποδείχθηκαν απάτες. Θα δούμε την ενίσχυση κομμάτων και προσώπων που θα βάζουν πρώτα την τύχη της χώρας ή ό,τι τους βοηθάει να εκλέγονται;

Το δημοψήφισμα του 2015 μπορεί, έως ένα βαθμό, να λειτουργήσει ως μέτρο της πολιτικής «γεωγραφίας» της χώρας. Διεξήχθη σε εποχή μεγάλης συναισθηματικής φόρτισης, σε κλίμα έντονου διχασμού, με τις αντίπαλες πλευρές να παρουσιάζουν τη δική τους θέση ως εθνοσωτήρια και των άλλων ως καταστροφή. Το γεγονός ότι το ερώτημα ήταν ακαταλαβίστικο μάλλον προσθέτει στην «εγκυρότητα» του διχασμού – ψηφίζαμε αυτό που πιστεύαμε χωρίς να καταλαβαίνουμε το ερώτημα. Η επιφύλαξη για το πόσο το «μέτρο» μπορεί να είναι «αντικειμενικό» είναι ότι ίσως κάποιοι οπαδοί της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ που πίστευαν στις υποσχέσεις του «Οχι» παρέμειναν εγκλωβισμένοι στη γραμμή των κομμάτων τους. Το ίδιο ίσως ισχύει, αντίστροφα, σε οπαδούς του ΣΥΡΙΖΑ που μπορεί να ψήφισαν «Ναι».

Εάν πάρουμε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος –61,31% «Οχι», 38,69% «Ναι»– ως αντιπροσωπευτικό του διχασμού μεταξύ «εθνικής υπερηφάνειας» και «μενουμευρώπη», τότε βλέπουμε ότι δεν έχει υπάρξει μεγάλη μεταστροφή των ψηφοφόρων. Το 2015, από τα 9.914.244 εγγεγραμμένους ψήφισε το 62,15%. Αυτοί που ψήφισαν «Ναι» ήταν 2.245.368, ή 22,6% του συνόλου των εγγεγραμμένων, με το «Οχι» να αντιστοιχεί στο 35,7% του συνόλου. Στις πρόσφατες εκλογές, το σύνολο αυτών που ψήφισαν Ν.Δ., ΚΙΝΑΛ (ΠΑΣΟΚ) και Ποτάμι ανήλθε στα 2.395.797, ή 23,7% του συνόλου των 10.088.325 εγγεγραμμένων. Η άνοδος σε ποσοστά και σε αριθμούς είναι πολύ μικρή σε σχέση με το μέγεθος της απογοήτευσης που η πραγματικότητα επιφύλασσε για τους οπαδούς του νικηφόρου «Οχι». Επιπλέον, εάν μελετήσουμε τον πίνακα του υπουργείου Εσωτερικών με τα αποτελέσματα των εκλογών της 26ης Μαΐου, βλέπουμε ότι από τα 40 κόμματα ή σχήματα που έλαβαν μέρος ελάχιστα είναι αυτά που θα μπορούσε να πει κανείς ότι συντάσσονταν με την πλευρά του «Ναι» το 2015. Και τα ποσοστά τους είναι πολύ μικρά.

Η εικόνα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο όταν σκεφτούμε ότι και στα «φιλοευρωπαϊκά» κόμματα τα πράγματα δεν είναι ξεκάθαρα. Το ΚΙΝΑΛ φαίνεται ανερμάτιστο, προσδοκώντας στην αναβάπτισή του στην κολυμπήθρα της αριστεροσύνης για τη σωτηρία του. Στη Νέα Δημοκρατία, η προσμονή για εκλογική νίκη και η ανέλπιστη προσωπική επιτυχία του αρχηγού στις ευρωεκλογές σπρώχνουν τις όποιες ακραίες φωνές κάτω από την επιφάνεια. Μετά τις εθνικές εκλογές θα φανεί εάν το κόμμα θα μπορεί να προχωρήσει όχι μόνο με την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων στην οικονομία, στην Παιδεία και στη δημόσια διοίκηση –όπου θα υπάρξουν αντιδράσεις και εντός Ν.Δ.– αλλά και στην εισαγωγή ενός νέου πολιτικού πολιτισμού. Η πορεία του κόμματος από λίγο πριν από τις ευρωεκλογές έως τώρα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον: ενώ υπάρχει έντονη πόλωση στην πολιτική σκηνή, φάνηκε ότι οι χαμηλοί τόνοι που υιοθέτησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης του βγήκαν σε καλό. Εγείρεται, όμως, το ερώτημα εάν είναι η ήπια στάση του αρχηγού που βοήθησε το κόμμα περισσότερο ή το γεγονός ότι εδώ και καιρό η Ν.Δ. έχει στήσει έναν ισχυρό και επιθετικό μηχανισμό στα κοινωνικά δίκτυα και στα μέσα ενημέρωσης, με τα οποία υπερτερεί του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα πεδίο στο οποίο αυτός κυριαρχούσε. Οπως ρωτάμε εάν οι ψηφοφόροι εγκαταλείπουν τον ΣΥΡΙΖΑ επειδή βαρέθηκαν τον λαϊκισμό του ή επειδή εφάρμοσε και αυτός μνημόνιο για να κρατήσει εαυτόν στην εξουσία (και την Ελλάδα στην Ευρωζώνη), έτσι αναρωτιόμαστε εάν η επιτυχία της Ν.Δ. οφείλεται στο πρόγραμμα και στο στυλ διακυβέρνησης του κ. Μητσοτάκη ή εάν το κόμμα εφαρμόζει με μεγαλύτερη επιτυχία τις πρακτικές του ΣΥΡΙΖΑ.

Το γεγονός ότι κόμματα με αξιόλογους ανθρώπους και σοβαρές προτάσεις εξαφανίζονται δείχνει ότι οι ψηφοφόροι δεν έχουν φθάσει στο σημείο να αξιολογούν μόνον ανθρώπους και προγράμματα, αλλά λαμβάνουν υπ’ όψιν και τον μηχανισμό που θα εφαρμόσει όσα αυτό περιέχει. Η Ν.Δ. βρίσκεται σε θέση –έχει και το πρόγραμμα και τους μηχανισμούς– για να φέρει κάτι νέο στην πολιτική εκεί όπου νεότερα σχήματα δεν μπόρεσαν. Η απογοήτευση με τον ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να ευεργετήσει τη Ν.Δ., αλλά τίποτα δεν αποκλείει τον κίνδυνο οι δυσαρεστημένοι να ακολουθήσουν νέους δημαγωγούς και η χώρα να μπει σε νέες περιπέτειες. Το ποσοστό του «Ναι» του 2015 δεν έχει μεγαλώσει αισθητά. Ομως, η ανάγκη για λύσεις σε χρόνια προβλήματα, καθώς και οι ζυμώσεις εντός κομμάτων και σε όλη την πολιτική σκηνή, παρουσιάζει ευκαιρία για πιο σοβαρή προσέγγιση στην πολιτική. Ευκαιρία δεν σημαίνει επιτυχία. Σημαίνει, όμως, ότι και εδώ που φθάσαμε, μαζί με τους κινδύνους, υπάρχει ελπίδα.