ΑΠΟΨΕΙΣ

Αμέρικαν ντριμ

«Ασε, αρρώστησα», μου είπε ο Ηλίας. «Οταν είδα τη φωτογραφία, αρρώστησα. Την είχε περάσει μέσα από την μπλούζα του για να είναι σίγουρος ότι δεν θα τη χάσει κι εκείνη είχε το χεράκι της ακουμπισμένο στον λαιμό του…».

Δεν ήξερε πώς ακριβώς έγινε το κακό και άρχισα να του λέω τι είχα ήδη διαβάσει: Tην πέρασε στην απέναντι όχθη, την άφησε για να γυρίσει να πάρει τη γυναίκα του αλλά η μικρή Βαλέρια φοβήθηκε χωρίς τον μπαμπά της και τη μαμά της, εκεί στη μέση του πουθενά, στον ποταμό Ρίο Γκράντε, και τον ακολούθησε. Μπήκε στο ποτάμι, τους παρέσυρε το ρεύμα και… Δεν συνέχισα, δεν ήθελε ν’ ακούσει. Μου φάνηκε πως βούρκωσε. Πατέρας κι ο ίδιος μιας κόρης λίγο μεγαλύτερης απ’ τη Βαλέρια.

Η εικόνα που κυκλοφόρησε στα μίντια σε ολόκληρο τον κόσμο ήταν σκληρή, αμείλικτη, ανελέητη όμως είναι και η πραγματικότητα στο Ελ Σαλβαδόρ. Από εκεί ήθελε να ξεφύγει ο πατέρας της Βαλέριας, από μια καθημερινότητα βίας και αίματος που δεν έδινε καμία προοπτική στον ίδιο και στην μονάκριβη κόρη του. Στη μικρή χώρα της Κεντρικής Αμερικής, ένα από τα πιο φτωχά κράτη του πλανήτη, η ανεργία είναι στα ύψη, τα παιδιά εγκαταλείπουν το σχολείο, η εγκληματικότητα βρίσκεται σε απίστευτα επίπεδα καθώς ολόκληρες πόλεις και χωριά ελέγχονται από τις συμμορίες που διακινούν όπλα και ναρκωτικά.

Οι συμμορίες συγκροτούν σχεδόν στρατό. Περίπου 60.000 νέοι είναι τα μέλη τους και 17.000 βρίσκονται φυλακισμένοι, σε μια χώρα 6,5 εκατομμυρίων κατοίκων όπου το ένα τρίτο ζει κάτω από το όριο της φτώχειας και ο Τραμπ απειλεί να στραγγαλίσει κι άλλο, αναστέλλοντας την οικονομική βοήθεια των ΗΠΑ, εκβιάζοντας έτσι τη λήψη μέτρων για τη μείωση της παράνομης μετανάστευσης.

Στις ηλικίες 15-29 ετών, η κυριότερη αιτία θανάτου είναι οι ανθρωποκτονίες σύμφωνα με έκθεση του ΟΗΕ. Ο νέος πρόεδρος της Δημοκρατίας του Ελ Σαλβαδόρ, ο 37χρονος Ναγίμπ Μπουκέλε που ανέλαβε πρόσφατα, απαίτησε από της εταιρείες κινητής τηλεφωνίας να μπλοκάρουν το σήμα στις φυλακές, ώστε να μη δίνονται παραγγελίες για δολοφονίες και άλλα εγκλήματα από τους έγκλειστους συμμορίτες.

Ο Οσκαρ, ο πατέρας της μικρής Βαλέριας, σε λίγες μέρες θα έκλεινε τα 26 του χρόνια. Σύμφωνα με όσο έγιναν γνωστά εργαζόταν σε πιτσαρία στην πόλη του Ελ Σαλβαδόρ και είχε τρελή αδυναμία στη μικρούλα του. Ο ελεύθερος χρόνος του ήταν όλος δικός της. Η γυναίκα του ήταν ταμίας σε φαστφουντάδικο. Αν και εργάζονταν και οι δύο, έβγαζαν ελάχιστα χρήματα, ζούσαν σε ένα κλίμα ανασφάλειας, φόβου και τρομοκρατίας από τις συμμορίες. Πήραν την απόφαση να φύγουν για να ζουν μια καθημερινότητα ασφαλή και να κυνηγήσουν το αμέρικαν ντριμ. Στην καλύτερη περίπτωση δηλαδή μια θέση «αόρατου εργαζόμενου» σε κάποιο εστιατόριο αμερικανικής μεγαλούπολης.