ΑΠΟΨΕΙΣ

Από τη στρατηγική έως την πράξη

Οι προεκλογικές περίοδοι χαρακτηρίζονται συνήθως από αντιπαραθέσεις στρατηγικής. Αναμενόμενο. Η αναγκαιότητα επιλογής του καλύτερου εστιάζει τις αντιπαραθέσεις στα σημεία διαφοροποίησης της στρατηγικής, δηλαδή της κατεύθυνσης που πρέπει να ακολουθηθεί. Είναι μια τέτοια επικέντρωση σε θέματα στρατηγικής αναγκαία; Προφανώς. Η κατεύθυνση αποτελεί τη σημαντικότερη επιλογή μιας ηγετικής ομάδας. Οι μνήμες που ανασύρονται αυτές τις μέρες γύρω από τις ακραίες επιλογές του πρώτου εξαμήνου της διακυβέρνησης του 2015, με την κορύφωση του διχαστικού δημοψηφίσματος και της τραγικής διαπραγμάτευσης με τα γνωστά capital controls, αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα λανθασμένης κατεύθυνσης. Και μια λανθασμένη εκ προοιμίου στρατηγική οδηγεί νομοτελειακά σε άσχημα αποτελέσματα.

Μπορεί, όμως, η στρατηγική από μόνη της να επιτύχει τα επιθυμητά αποτελέσματα; Δυστυχώς όχι. Απαιτείται η ικανότητα να εφαρμοστεί η δεδομένη στρατηγική αποτελεσματικά σε οργανωσιακό επίπεδο. Ωστόσο, παρατηρεί κανείς μια σχετική υποβάθμιση της σημασίας της εφαρμογής στην πολιτική συζήτηση. Μια υποβάθμιση που κρύβει μια πικρή αλήθεια: η εφαρμογή μιας στρατηγικής (strategy cascading) είναι πιο πολύπλοκη, και τελικά πιο δύσκολη, να επιτευχθεί.

Η πολυπλοκότητα έγκειται στο γεγονός ότι διάφορες παράμετροι πρέπει να ευθυγραμμιστούν κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας προσπάθειας. Δεν αρκούν γενικοί κανόνες ότι θα αναλάβουν οι «καλύτεροι» ή ότι θα υπάρξει «συστηματικός έλεγχος». (Τι αλήθεια σημαίνει «καλύτερος» σε ένα δαιδαλώδη και πολυμορφικό δημόσιο τομέα; Πώς κάποιος «ελέγχει» προσπάθειες που χαρακτηρίζονται από πολυπαραμετρικές ιδιαιτερότητες και αβεβαιότητα ως προς το ακριβές αποτέλεσμα;) Η πολυπλοκότητα, που συνήθως τροφοδοτείται και από διαφορετικά ιεραρχικά επίπεδα απόφασης, μοιραία δημιουργεί δυσκολίες που οδηγούν στην αποτυχία.

Οι προηγούμενες παρατηρήσεις αποκτούν ιδιαίτερη σημασία στη σημερινή πολιτική σκηνή. Γιατί; Δυστυχώς, η σημερινή θέση της χώρας δεν αφήνει περιθώρια ούτε για νεωτεριστικά στρατηγικά πειράματα, αλλά ούτε για αποτυχημένες εφαρμογές των κυβερνητικών στρατηγικών. Η αποχωρούσα πολιτική ηγεσία σπατάλησε μεγάλο μέρος της προσπάθειάς της σε συνεχή και εν μέρει ασύμβατα πειράματα στρατηγικής κατεύθυνσης, πολλές φορές μόνο και μόνο για την εξυπηρέτηση ιδεολογικών αγκυλώσεων. Χωρίς καμιά επένδυση στην οργανωσιακή εφαρμογή των στρατηγικών της, και με λάθη σχεδόν μαθητευόμενων, αφήνουν πίσω ένα μηχανισμό εφαρμογής (δηλαδή τη δημόσια διοίκηση που θα εφαρμόσει τις όποιες στρατηγικές) απροετοίμαστο, υποβαθμισμένο και πιθανόν ανεπαρκή.

Η επερχόμενη ηγεσία έχει τον ούριο άνεμο ενός θετικού μομέντουμ, καλύτερη ανάγνωση της κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας και λίγες μεμονωμένες ενδείξεις αποτελεσματικής εφαρμογής της στρατηγικής της. Πρέπει, όμως, να αποδείξει ότι μπορεί να εφαρμόσει την κυβερνητική της στρατηγική σε συλλογικό επίπεδο, πέρα από τη στενή αρχηγική ομάδα. Να κινηθεί πιο ουσιαστικά πέρα από τους γενικούς κανόνες, όπως την εμπέδωση της κουλτούρας των «καλύτερων». Αυτή η τελευταία συνθήκη είναι μεν αναγκαία, αλλά δεν είναι ικανή για την αποτελεσματική διακυβέρνηση.

Είναι αδύνατο να αναπτύξει κανείς εδώ λεπτομερώς τι χρειάζεται για την επιτυχημένη εφαρμογή μιας στρατηγικής. Ωστόσο, τρεις βασικές αρχές management μπορούν να αποβούν χρήσιμες: Η προσεκτική «μετάφραση» της στρατηγικής «προς τα κάτω» με όρους που αντικατοπτρίζουν την εκτελεστική πραγματικότητα και όχι θεωρητικές προσεγγίσεις αμφιβόλου ρεαλισμού· η εξασφάλιση της υποστήριξης των (μεταφρασμένων) στρατηγικών στόχων από ένα κρίσιμο αριθμό μεσαίων και κατώτερων στελεχών, μέσω της οριοθέτησης απτών και μετρήσιμων στόχων, ώστε να αποφευχθεί η αρνητική πρακτική όπου προσπάθειες «κολλάνε» στη γραφειοκρατία των μεσαίων στελεχών· και η διαχείριση των αναμενόμενων σημείων τριβής μεταξύ διαφορετικών υπηρεσιών, ομάδων και αντιλήψεων, μιας και είναι πρακτικά αδύνατο να προϋπάρχει πλήρης σύμπνοια και σύγκλιση σε τόσο ευρείες προσπάθειες στρατηγικών αλλαγών.

Εν κατακλείδι, η διαχειριστική εμπειρία της νέας ηγεσίας και η ανάπτυξη ενός αποτελεσματικού μηχανισμού εφαρμογής θα παίξουν τον πιο ουσιαστικό ρόλο. Αυτό πρέπει να αποτελέσει βασικό άξονα λειτουργίας όχι μόνο στα ανώτερα κλιμάκια, αλλά σε όλα τα επίπεδα στελέχωσης. Ο κανόνας δεν είναι καινούργιος και η διαχρονική λαϊκή σοφία υπερκεράζει ακόμα και τα καλύτερα πανεπιστημιακά συγγράμματα σε θέματα ηγεσίας: κανένας κούκος δεν αρκεί για να φέρει την άνοιξη.

* Ο κ. Στέλιος Καβαδίας είναι καθηγητής στο Judge Business School στην έδρα Margaret Thatcher στην Καινοτομία και Ανάπτυξη και διευθυντής του Κέντρου Επιχειρηματικότητας στο Πανεπιστήμιο του Cambridge.