ΑΠΟΨΕΙΣ

Η πεζή αστυνόμευση και το αίσθημα ασφάλειας

Καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, η αστυνόμευση αποτελούσε προτεραιότητα για την εκάστοτε αστυνομική και πολιτική ηγεσία της Ελληνικής Αστυνομίας. Προσφάτως, το ζήτημα της εμφανούς αστυνόμευσης αναδεικνύεται εκ νέου στον δημόσιο διάλογο με μια διαφορετική διάσταση που εκφράζεται μέσα από την έννοια της υπεραστυνόμευσης. Αυτή η νέα διάσταση, που διέπεται από την αμεσότητα της αστυνόμευσης στην ευρύτερη κοινωνία με εμφανή και βαρύ οπλισμό των αστυνομικών, έχει αποτελέσει αντικείμενο πολιτικού και κοινωνικού προβληματισμού.

Οταν ο Sir Robert Peel ίδρυσε τη Μητροπολιτική Αστυνομία του Λονδίνου (Ascoli, D.  «The Origins and Development of the Metropolitan Police, 1829-1979», London: Hamilton, 1979), η αγγλική κοινωνία, την περίοδο εκείνη, εμφορούνταν από ένα υψηλό επίπεδο αμφισβήτησης των καθηκόντων αστυνόμευσης του νεοϊδρυθέντος αστυνομικού σώματος. Προκειμένου να επιτύχει τη συναίνεση και την αποδοχή των Αγγλων πολιτών στην αστυνόμευση, ο Robert Peel είχε την πρωτότυπη ιδέα να παρουσιάσει στο αγγλικό κοινό τούς αστυνομικούς άοπλους κατά την εκτέλεση των αστυνομικών καθηκόντων τους. Αυτή η ιδέα του, παρά το γεγονός ότι ήταν αντίθετη με το γενικότερο πνεύμα της άοπλης αστυνόμευσης που έθετε σε κίνδυνο τους αστυνομικούς, έτυχε θετικής αποδοχής από τη λονδρέζικη κοινωνία, και από το 1829 μέχρι και σήμερα ο Λονδρέζος αστυνομικός, γνωστός ως Bobby, εκτελεί καθήκοντα αστυνόμευσης χωρίς οπλισμό. Ωστόσο, αυτή η ιδανική εικόνα του Βρετανού αστυνομικού ουδόλως σημαίνει ότι η Μητροπολιτική Αστυνομία δεν έφερε και δεν φέρει οπλισμό για την αστυνόμευση του Λονδίνου. Υπήρχαν και συνεχίζουν να υπάρχουν σε εικοσιτετράωρη βάση ειδικές ομάδες ένστολων αστυνομικών με σύγχρονο και βαρύ οπλισμό για άμεση επέμβαση. Μάλιστα, μετά την έξαρση της τρομοκρατίας τα τελευταία χρόνια, η εμφανής αστυνόμευση με βαρύ και σύγχρονο οπλισμό και εξοπλισμό αποτελεί πλέον τον κανόνα σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και αποσκοπεί στην πρόληψη σοβαρών εγκληματικών ενεργειών και στην εδραίωση του αισθήματος ασφάλειας των πολιτών.

Ας έλθουμε τώρα στην αμεσότητα της εμφανούς αστυνόμευσης και στη σημασία της. Η ιδέα της εμφανούς αστυνόμευσης και μάλιστα της πεζής αστυνόμευσης έχει τις ρίζες της στο Νιου Τζέρσεϊ των Ηνωμένων Πολιτειών τη δεκαετία του ’70 (Kelling & Wilson, «Broken Windows – The Police and Neighbourhood Safety», The Atlantic Review, 1982). Εκείνη την περίοδο, οι πολιτειακές αρχές, στην προσπάθειά τους να μειώσουν την εγκληματικότητα, αποφάσισαν να επιστρέψουν από την εποχούμενη αστυνόμευση στον παραδοσιακό τρόπο αστυνόμευσης, την εμφανή πεζή αστυνόμευση. Η απόφαση αυτή συνάντησε την αντίδραση του αστυνομικού σώματος και κυρίως των αστυνομικών που εκτελούσαν καθήκοντα αστυνόμευσης, διότι στερούνταν τα μηχανοκίνητα μέσα τους που τα θεωρούσαν σημαντικά για την επιτυχή εκτέλεση της αστυνόμευσης, αλλά βεβαίως και διότι τους προσέφεραν τις ανέσεις τους κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των καθηκόντων τους. Από τις έρευνες που ακολούθησαν, διαπιστώθηκε ότι οι δείκτες της εγκληματικότητας δεν μειώθηκαν λόγω της εμφανούς πεζής αστυνόμευσης, ωστόσο οι πολίτες στο σύνολό τους εξέφραζαν την ικανοποίησή τους για την εμφανή πεζή αστυνόμευση και το αίσθημα ασφάλειάς τους απέναντι στον φόβο του εγκλήματος.

Από τότε μέχρι σήμερα, οι έρευνες στον χώρο της αστυνομικής επιστήμης και των εγκληματολογικών επιστημών γενικότερα για την αστυνόμευση είναι ιδιαιτέρως εκτεταμένες με ποικίλα αποτελέσματα. Υπάρχει, ωστόσο, μία κοινή και επιστημονικά τεκμηριωμένη διαπίστωση, η οποία διαλύει μύθους και αποκαθιστά αυτούσια την πραγματικότητα για τον θεσμό της αστυνόμευσης. Και αυτή είναι η εξής: η αστυνόμευση είναι μια εξελισσόμενη θεσμική κοινωνική διεργασία η οποία διέπεται από ενιαίες στάσεις, αντιλήψεις και αξίες που διαμορφώνονται μέσα από την αλληλεπίδραση της σχέσης αστυνομίας και κοινωνίας των πολιτών, με απώτερο σκοπό την πρόληψη του εγκλήματος, αλλά και την εξυπηρέτηση των πολιτών χωρίς καμία απολύτως διάκριση. Αυτή η σχέση αλληλεπίδρασης μεταξύ αστυνόμευσης και κοινωνίας των πολιτών, η οποία πρέπει να οδηγεί στην αποδοχή της αστυνόμευσης με την ενεργό υποστήριξη των πολιτών, είναι η μεγαλύτερη πρόκληση όλων των σύγχρονων αστυνομιών σήμερα. Πολύ δε περισσότερο για την Ελληνική Αστυνομία.

* O δρ Ευάγγελος Στεργιούλης είναι υποστράτηγος ε.α. της Ελληνικής Αστυνομίας, διδάκτωρ Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου και διδάσκει στην έδρα Αστυνομικών Σπουδών του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου.