ΑΠΟΨΕΙΣ

Το μολυσμένο δίκοχο

«Πήγα στο Τσερνόμπιλ όχι γιατί με υποχρέωσαν, αλλά ως εθελοντής. Πήγα γιατί θεώρησα ότι ήταν μια δουλειά για αληθινούς άντρες. Οι αληθινοί άντρες φαίνονται στις επικίνδυνες αποστολές. Οι υπόλοιποι; Αφήστε τους να κρύβονται κάτω από τη φούστα της μαμάς τους. Η γυναίκα του ενός γεννούσε, ο άλλος είχε μικρά παιδιά, ο τρίτος είχε, λέει, γαστρίτιδα. Είναι άντρες αυτοί;» λέει ένας εκκαθαριστής στη Λευκορωσίδα δημοσιογράφο και συγγραφέα Σβετλάνα Αλεξίεβιτς στο βιβλίο της «Τσερνόμπιλ, ένα χρονικό του μέλλοντος» και κλείνει τη διήγησή του με αυτά τα λόγια: «Οταν επέστρεψα σπίτι μου, πέταξα όλα τα ρούχα που φορούσα στο Τσερνόμπιλ στα σκουπίδια. Κράτησα μόνο το δίκοχο και το χάρισα στον γιο μου. Το ήθελε τόσο πολύ! Το φορούσε μέρα νύχτα. Δύο χρόνια αργότερα οι γιατροί διέγνωσαν όγκο στον εγκέφαλό του».

Πριν από λίγες ημέρες, δημοσιεύθηκε στον «Ριζοσπάστη» ένα κείμενο που προσπαθεί να αποδομήσει τη δημοφιλή αμερικανο-βρετανική τηλεοπτική σειρά «Τσερνόμπιλ». «Πρόκειται για μια πιο “έξυπνη” και καλύτερα επεξεργασμένη προσπάθεια να καταπολεμηθεί η κομμουνιστική ιδεολογία μέσα από τον αντισοβιετισμό» ήταν η βασική θέση του άρθρου. Ωστόσο, η τηλεοπτική σειρά δεν διεκδίκησε ποτέ τον τίτλο ιστορικού ντοκιμαντέρ. Ηταν μια σειρά μυθοπλασίας εμπνευσμένη από αληθινά γεγονότα. Για να υποστηρίξει την αφήγηση και να συμπιέσει τον τηλεοπτικό χρόνο, ο δημιουργός Κρεγκ Μέιζιν, όπως έχει ξεκαθαρίσει σε συνεντεύξεις του, επινόησε ορισμένους χαρακτήρες, διαλόγους και σκηνές. Ναι, η τηλεοπτική σειρά σε πολλά σημεία απέχει από την πραγματικότητα. Η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο σκληρή κι επώδυνη.

Για τον συντάκτη του άρθρου στον «Ριζοσπάστη» οι εμβόλιμες σκηνές της σειράς με την ηλικιωμένη η οποία αρνείτο να αποχωριστεί το σπίτι και τα ζώα της και η θανάτωση κατοικίδιων της περιοχής από στρατιώτες ήταν «μελοδραματικές ιστορίες, που εμφανίζουν τις απόλυτα ενδεδειγμένες και λογικές κινήσεις του σοβιετικού κράτους ως απόδειξη της βαναυσότητάς του».

Στο βιβλίο της, πάντως, η Αλεξίεβιτς, βραβευθείσα με Νομπέλ Λογοτεχνίας το 2015, έχει πολλές σκηνές σαν και αυτές. Πιο σοκαριστικές, πιο δραματικές. Δοσμένες στον αναγνώστη μέσα από τις αυτούσιες μαρτυρίες των πρωταγωνιστών, των ανθρώπων που συνάντησε η ίδια περιπλανώμενη στην απαγορευμένη ζώνη δέκα χρόνια μετά το ατύχημα.

Στις σελίδες του συγκλονιστικού βιβλίου της οι ίδιοι οι άνθρωποι που έζησαν τα γεγονότα, που δούλεψαν στη μολυσμένη γη, και πολλοί εξ αυτών αρρώστησαν, μιλούν για τη μυστικοπάθεια του καθεστώτος, την έλλειψη ενημέρωσης, την άγνοιά τους.

«Δεν φοβάμαι τον θάνατο, αλλά δεν ξέρω πώς θα πεθάνω. Είδα έναν φίλο μου να πεθαίνει. Πρήστηκε το σώμα του, έγινε σαν βαρέλι. Και ο γείτονας τα ίδια. Ηταν κι αυτός εκεί, οδηγός γερανού. Μελάνιασε σαν το κάρβουνο και μάζεψε», λέει στη συγγραφέα άλλος στρατιώτης που συμμετείχε στην εκκαθάριση. «Δεν ξέρω πώς θα πεθάνω. Το μόνο που ξέρω είναι πως οι μέρες μου είναι μετρημένες με την αρρώστια που έχω».