ΑΠΟΨΕΙΣ

Η κριτική σκέψη, αντίδοτο στη γοητεία του λυτρωτισμού

Η κριτική σκέψη, αντίδοτο στη γοητεία του λυτρωτισμού

Εζησε τους δύο ολοκληρωτισμούς του 20ού αιώνα –τον ναζιστικό και τον κομμουνιστικό– στο πετσί της. Ο πατέρας της πέθανε στο Αουσβιτς όταν αυτή ήταν 15 χρόνων. Η ίδια και η μητέρα της κατάφεραν να αποφύγουν τον εκτοπισμό στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, αναμένοντας να εκτελεσθούν από τους ναζί. Το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής της το έζησε εξόριστη – το κομμουνιστικό καθεστώς της Ουγγαρίας την απέλυσε από το πανεπιστήμιο το 1958 και της έκανε τη ζωή δύσκολη. Εγκατέλειψε την αγαπημένη της Βουδαπέστη, πρώτα για τη Μελβούρνη (1977) και κατόπιν για τη Νέα Υόρκη (1986).

Η Αγκνες Χέλερ, διακεκριμένη φιλόσοφος και στιβαρή αμφισβητίας του ολοκληρωτισμού, γεννήθηκε τo 1929 σε μια εβραϊκή οικογένεια της Βουδαπέστης. Πέθανε στις 19 Ιουλίου 2019, λίγες μέρες μετά τα ενενηκοστά γενέθλιά της. Είχε πάει να κολυμπήσει στη λίμνη Μπάλατον και δεν βγήκε ποτέ. Τα αίτια του θανάτου της δεν έγιναν γνωστά.

Ο Γιούργκεν Χάμπερμας εγκωμίασε, στη νεκρολογία του, το θάρρος της και την αφοσίωσή της στη φιλοσοφία. Η φιλοσοφία για τη Χέλερ δεν ήταν απλώς επάγγελμα αλλά τρόπος ζωής – συστηματική διερώτηση των ουσιωδών του βίου. Η εμπειρία της ζωής της της είχε δώσει άφθονη τροφή για στοχασμό. Το Ολοκαύτωμα και τα Γκουλάγκ τη σημάδεψαν. «Το τραύμα δεν μπορεί να ξεχασθεί», είπε σε ομιλία της στο Πανεπιστήμιο Μίσιγκαν το 2014. «Δεν μπορείς να ξεχάσεις, ακόμη και αν το θέλεις». Η φιλοσοφική της πορεία άρχισε με το ερώτημα, όπως είπε, «Πώς μπόρεσε να συμβεί αυτό; Επρεπε να ερευνήσω τι είναι ηθική, ποια είναι η φύση του κακού και του καλού. Τι είναι η νεωτερικότητα; Γράφοντας ηθική φιλοσοφία και φιλοσοφία της ιστορίας ήταν για μένα ένας τρόπος να αποπληρώσω το χρέος μου ως άνθρωπος που επέζησε».

Την περιέγραψαν εύστοχα ως υπόδειγμα «ανεξάρτητου στοχαστή». Ανήσυχη, επιλεκτική, σφοδρή επικριτής του κομμουνισμού και κάθε αυταρχικής εξουσίας, η Χέλερ δεν ταξινομείται εύκολα. Κεντρικός άξονας του έργου της ήταν η διαπλοκή ατομικής ηθικής και κοινωνικών-πολιτικών δομών. Την απασχόλησε, μεταξύ άλλων, η φύση της νεωτερικότητας και η ηθική επιλογή. Η νεωτερικότητα χαρακτηρίζεται, υποστηρίζει, από υπαρξιακή «ενδεχομενικότητα» – την επίγνωση ότι θα μπορούσαμε να είμαστε διαφορετικοί από αυτό που είμαστε. Η ενδεχομενικότητα παράγει ρευστότητα, αντιφάσεις, και ανασφάλεια. Οι σύγχρονες κοινωνίες διαχειρίστηκαν την ενδεχομενικότητα με «λυτρωτικό» ή δημοκρατικό τρόπο. Ο «λυτρωτισμός» υπόσχεται εξάλειψη των αντιφάσεων μέσα από τον ομογενοποίηση, η οποία, στην κορύφωσή της, οδηγεί στον ολοκληρωτισμό. Η φιλελεύθερη δημοκρατία καλεί τους πολίτες να αντιμετωπίσουν την πολυπλοκότητα του σύγχρονου κόσμου με διαρκή προσπάθεια για συμβίωση, ισοτιμία, και αναδημιουργία, σε συνθήκες ελευθερίας. Η ενδεχομενικότητα ωθεί τα άτομα στην ηθική – υπαρξιακή επιλογή – να επιλέξουν τι θέλουν να είναι.      

Η Χέλερ στράφηκε στη φιλοσοφία μάλλον τυχαία. Το 1947 ήταν φοιτήτρια φυσικής στο Πανεπιστήμιο της Βουδαπέστης όταν ο φίλος της της πρότεινε να ακούσουν μια διάλεξη του περίφημου καθηγητή φιλοσοφίας Γκέοργκ Λούκατς. Της άλλαξε τη ζωή. «Δεν κατάλαβα ούτε λέξη», είπε αργότερα. «Κατάλαβα όμως ένα πράγμα: αυτό για το οποίο μιλούσε ήταν το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο και έπρεπε να το καταλάβω». Εκπόνησε τη διδακτορική διατριβή της με τον Λούκατς και έγινε βοηθός του. 

Εγινε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος το 1947 για να διαγραφεί δύο χρόνια αργότερα. Η Ουγγρική Επανάσταση, το 1956, τη σημάδεψε. «Ηταν το σημαντικότερο πολιτικό γεγονός στη ζωή μου», είπε. Η ιδεολογική βάση της Επανάστασης ήταν ένα μείγμα δημοκρατικών, φιλελεύθερων, και σοσιαλιστικών ιδανικών, που συνετρίβη από τα σοβιετικά τανκς. Με την καταστολή της Ανοιξης της Πράγας, το 1968, κατέρρευσε οριστικά η ιδέα του Λούκατς και του κύκλου των φιλοσόφων, που ονομάστηκε «Σχολή της Βουδαπέστης», για έναν «ανθρωπιστικό Μαρξισμό». Η Χέλερ δεν εγκατέλειψε τη δημοκρατική σοσιαλιστική οπτική, επέκρινε όμως σθεναρά τον καθεστωτικό χαρακτήρα που απέκτησε ο Μαρξισμός στα κομμουνιστικά καθεστώτα. Οι ιδέες της, ιδιαίτερα η έμφαση στην αυτοδιαχείριση, τις «ριζικές ανάγκες» που δεν ικανοποιεί ο καπιταλισμός, και η χειραφέτηση συνέβαλαν στον «τρίτο δρόμο» της Νέας Αριστεράς στη Δύση, στις δεκαετίες του 1960 και 1970. Προοδευτικά, όμως, οδηγήθηκε στον μετα-μαρξισμό και, κατόπιν, στην αποδέσμευσή της από τον Μαρξ, παραμένοντας, ωστόσο, στον διανοητικό χώρο της «κριτικής θεωρίας».

Οι διώξεις του κομμουνιστικού καθεστώτος την ανάγκασαν να εγκαταλείψει την Ουγγαρία. Εγκαταστάθηκε στην Αυστραλία το 1977 και εργάστηκε στο Πανεπιστήμιο La Trobe της Μελβούρνης. Εκεί συνδέθηκε στενά με το ακαδημαϊκό περιοδικό Thesis Eleven, το οποίο ήταν (και παραμένει) ένα σημαντικό φόρουμ κριτικής θεωρίας. Το 1986 μετακινήθηκε στην περίφημη Νέα Σχολή Κοινωνικής Ερευνας της Νέας Υόρκης, στην Εδρα Φιλοσοφίας Χάνα Αρεντ, από την οποία αφυπηρέτησε το 2009. Στην Αυστραλία και στην Αμερική, το έργο της γνώρισε διεθνή αναγνώριση. Τιμήθηκε με πολλά διεθνή βραβεία, μεταξύ των οποίων το Βραβείο Γκαίτε. Εγραψε δεκάδες βιβλία (μερικά με τον επίσης φιλόσοφο δεύτερο σύζυγό της Φ. Φέχερ), περιλαμβανομένων των: «Η θεωρία των αναγκών στον Μαρξ», «Καθημερινή ζωή», «Φιλοσοφία των ηθών», «Ηθική της προσωπικότητας», «Μπορεί να επιβιώσει η νεωτερικότητα;», κ.λπ.

Οι πολιτικές εξελίξεις στη μετακομμουνιστική Ουγγαρία δεν την άφησαν αδιάφορη. Επέκρινε συστηματικά την «ανελεύθερη δημοκρατία» του καθεστώτος Ορμπαν. Ο Ορμπανισμός, μια σύγχρονη εκδοχή του «λυτρωτισμού», «είναι μια τυραννία που νομιμοποιείται κάθε τέσσερα χρόνια με εκλογές», είπε σε συνέντευξή της στο Spiegel το 2018. «Στηρίζεται σε μια νεόπλουτη πελατεία, η οποία προσφέρει στην εξουσία μια εξαγορασμένη υποστήριξη. Εξαπλώνει ευρύτερα την επίδρασή της μέσω της εξτρεμιστικής της ιδεολογίας, τα στοιχεία της οποίας είναι ρατσιστικός εθνικισμός, κατασκευή εχθρών και διάδοση του αισθήματος της απειλής, διαρκής αγώνας ενάντια σε κάτι ή σε κάποιον που θέλει να καταστρέψει την Ουγγαρία· στον αγώνα αυτόν, ο Ορμπαν αυτοπροβάλλεται ως ο προστάτης και σωτήρας. Δηλητηριάζει την ψυχή του λαού με μίσος και με φόβο».

Η Αγκνες Χέλερ, έγραψε ο Χάμπερμας, δεν θεωρούσε τον εαυτό της διανοούμενο. Εζησε ως φιλόσοφος – κριτικά, στοχαστικά, ασυμβίβαστα. Θα εμπνέει κάθε άνθρωπο που νοιάζεται για την ανεξάρτητη σκέψη, τη φιλελεύθερη δημοκρατία, και την αξιοπρεπή κοινωνία.

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick, και επίτιμος καθηγητής στα Πανεπιστήμια Σίδνεϊ και Κουίνσλαντ.