ΑΠΟΨΕΙΣ

Μια διχασμένη χώρα και το νέο λουτρό αίματος

Ενα ματωμένο Σαββατοκύριακο στις ΗΠΑ, με 31 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες σε δύο ένοπλες επιθέσεις, κατέληξε σε μία ακόμη διχαστική συζήτηση για τον ρόλο της ρητορικής του Αμερικανού προέδρου και την απεικόνισή της από τα μίντια. Αφορμή έδωσε ένα πρωτοσέλιδο της εφημερίδας New York Times, που τόνιζε ότι «ο Τραμπ ζητάει ενότητα απέναντι στον ρατσισμό». Ακολούθησε κατακραυγή στα κοινωνικά δίκτυα: Αναγνώστες ανακοίνωναν ότι θα διακόψουν τη συνδρομή τους στην εφημερίδα, υποψήφιοι για το χρίσμα των Δημοκρατικών καταδίκαζαν την εφημερίδα (ο Κόρι Μπούκερ μάλιστα είπε ότι «ελπίζει να βελτιωθεί, διότι είναι ζήτημα ζωής και θανάτου»), δημοσιογράφοι την επέκριναν… Πολύ γρήγορα το πρωτοσέλιδο άλλαξε, και έγινε «επίθεση στο μίσος αλλά όχι στα όπλα». Η εφημερίδα εξήγησε ότι αυτό έγινε διότι ο πρώτος τίτλος ήταν «προβληματικός». 

Οσο καλύτερη φήμη και μεγαλύτερη επιρροή έχει ένα μέσο, τόσο υψηλότερα είναι τα κριτήρια με τα οποία αξιολογείται – και τόσο πιο αυστηρή η κριτική. Η πιο σημαντική, καθημερινή απόφαση για κάθε εφημερίδα είναι το πρωτοσέλιδό της, το οποίο διαμορφώνεται ως αποτέλεσμα επεξεργασίας των ειδήσεων, κατόπιν συσκέψεων, και εκφράζει τη θέση της απέναντι σε αυτά. Μπορεί να είναι πιο δύσκολη –ως πιο υποκειμενική– υπόθεση από ένα πλήρες ρεπορτάζ των εκατοντάδων ή χιλιάδων λέξεων, αλλά η εφημερίδα πρέπει να είναι σε θέση να υπερασπιστεί την επιλογή της.

Ο κ. Τραμπ πράγματι καταδίκασε τον ρατσισμό και τις θεωρίες της υπεροχής της λευκής φυλής στην ομιλία του μετά τις επιθέσεις, με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο που έχει κάνει ποτέ. Και αυτό ήταν είδηση. Αλλά την ίδια στιγμή επέμεινε ότι το πρόβλημα που οδήγησε στις δύο επιθέσεις είναι η ψυχική αρρώστια – όχι ο ρατσισμός ως αιτία, αλλά τα βίαια βιντεοπαιχνίδια και το Ιντερνετ. Και βέβαια όχι τα όπλα, τα οποία παραμένουν στο απυρόβλητο ως δικαίωμα προφυλαγμένο από το αμερικανικό σύνταγμα, με το πανίσχυρο λόμπι να υπερασπίζεται την απρόσκοπτη πρόσβαση σε αυτά. Ομως χώρες όπως η Κορέα και η Ιαπωνία ξοδεύουν περισσότερα χρήματα κατά κεφαλήν για βιντεοπαιχνίδια, αλλά δεν έχουν τα περιστατικά βίας που σημαδεύουν κάθε τόσο τις ΗΠΑ, σε σημείο που άλλες χώρες εκδίδουν πλέον ταξιδιωτικές οδηγίες προειδοποιώντας τούς πολίτες τους για την ένοπλη βία στην Αμερική. Οσο για την ψυχική υγεία, έρευνες δείχνουν ότι ένα μικρό ποσοστό βίαιων επιθέσεων διαπράττονται από ψυχικά αρρώστους – μόλις το 3% ετησίως στις ΗΠΑ. Αυτό που έχουν σε πληθώρα οι ΗΠΑ είναι όπλα – περισσότερα από κατοίκους, για την ακρίβεια…

Μία πιθανή εξήγηση για την επιλογή των New York Times είναι ότι αρχικά έκριναν ότι έπρεπε να τονίσουν την έκκληση για ενότητα ως είδηση από έναν πρόεδρο που δεν το κάνει συχνά. Αυτό έγινε την ώρα που πολλοί τόνιζαν ότι το μανιφέστο του δράστη της επίθεσης στη συνοριακή πόλη του Ελ Πάσο είχε πολλές ομοιότητες με τη ρητορική του προέδρου εναντίον των μεταναστών. Αν ήθελαν να αποφύγουν έναν μεγαλύτερο διχασμό –διότι ποιο είναι το επόμενο βήμα αν κατηγορήσεις τον πρόεδρο της χώρας σου ως ηθικό αυτουργό μιας ρατσιστικής επίθεσης;– αυτό που πέτυχαν είναι να απογοητεύσουν τους αναγνώστες τους, που θεωρούν «προδοσία» μία υπόδειξη ότι ο πρόεδρος δεν είναι ρατσιστής. Παράλληλα, με την αλλαγή του τίτλου έδωσαν πρόσχημα στους επικριτές τους, που θεωρούν ότι οι επιθέσεις τους εναντίον του προέδρου δεν είναι αντικειμενικές αλλά υπηρετούν πολιτικούς σκοπούς.

Οι πολιτικές σκοπιμότητες δεν έλειπαν όμως ούτε από τις δηλώσεις του τελευταίου: Ο πρόεδρος Τραμπ συνέδεσε την αντιμετώπιση της βίας με την αντιμετώπιση της μετανάστευσης, δείχνοντας ότι παραμένει προσηλωμένος στις βασικές του πολιτικές επιλογές: τείχος στα σύνορα, σκληρή στάση απέναντι στην παράνομη μετανάστευση. Από την πλευρά τους, οι Δημοκρατικοί ζητούν την έκτακτη σύγκληση της Γερουσίας για να περάσει ένα νομοσχέδιο που θα επιβάλει ελέγχους σε όσους θέλουν να αγοράσουν όπλα. Και ενώ η πολιτική μάχη συνεχίζεται στην Ουάσιγκτον, η αντίδραση στις επιλογές των New York Times αλλά και στις ίδιες τις αιματηρές επιθέσεις επιβεβαιώνει ότι οι ΗΠΑ είναι μία διχασμένη χώρα, μεταξύ εκείνων που είναι πεπεισμένοι ότι ο πρόεδρος είναι ρατσιστής και εκείνων που υποστηρίζουν εκείνον και τις πολιτικές του.