ΑΠΟΨΕΙΣ

Από το βήμα του Βερολίνου

Στα χρόνια της κρίσης, οι συναντήσεις πρωθυπουργών της Ελλάδας με τη Γερμανίδα καγκελάριο Αγκελα Μέρκελ προσέλαβαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ηταν σαφές πλέον ότι η Γερμανία, ως η μεγαλύτερη δύναμη της Ευρώπης και η χώρα που δάνεισε τα περισσότερα στην Ελλάδα, διαδραμάτιζε καθοριστικό ρόλο στην πορεία της Ενωσης και στις εξελίξεις στην Ελλάδα. Παρότι η κ. Μέρκελ επέμενε ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται από τους θεσμούς της Ε.Ε. και των άλλων δανειστών, η έλευση του εκάστοτε Ελληνα πρωθυπουργού στο Βερολίνο παρουσιαζόταν στα μέσα ενημέρωσης ως επίσκεψη σε μαντείο, του οποίου ο χρησμός θα είχε άμεσες επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία και στη ζωή του καθενός μας. Γι’ αυτό, το πιο θετικό στοιχείο της επίσκεψης του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Βερολίνο χθες ήταν ότι δεν συνοδευόταν από αγωνιώδη ρεπορτάζ, δεν εμπεριείχε κάποια έκπληξη.

Η ελληνική κυβέρνηση είχε προετοιμάσει το έδαφος, λέγοντας ότι ο πρωθυπουργός δεν θα ζητούσε αλλαγή των δημοσιονομικών στόχων που η προηγούμενη κυβέρνηση είχε συμφωνήσει. Αντί η συζήτηση να επικεντρώνεται στο πόσο η Ελλάδα έχει ανάγκη από τη γενναιοδωρία των εταίρων της, ο κ. Μητσοτάκης ξεκαθάρισε ότι οι μεταρρυθμίσεις που υιοθετεί η Ελλάδα είναι δική της επιλογή, όχι επιβολή των εταίρων, και υπογράμμισε ότι η Ελλάδα και η Γερμανία είναι σύμμαχοι που αντιμετωπίζουν κοινές προκλήσεις, ότι ως σύμμαχοι θα μπορούν να συνεργαστούν προς το κοινό τους όφελος. «Είμαι εδώ και για να αλλάξω συνολικά το πλαίσιο των ελληνογερμανικών σχέσεων», είπε ο πρωθυπουργός. «Δεν θέλω να συζητάμε μόνο για την αποπληρωμή του χρέους μας, για δημοσιονομικούς στόχους, αλλά θέλω να συζητάμε κυρίως για τις κοινές αναπτυξιακές μας προκλήσεις».

Ασφαλώς, οι συζητήσεις θα εστιάστηκαν στα δημοσιονομικά της Ελλάδας, στη μετανάστευση, στην προοπτική γερμανικών επενδύσεων και σε άλλα ζητήματα που βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη. Η αλλαγή ύφους, όμως, είναι από μόνη της ένα σταθερό βήμα προς την εδραίωση νέας σχέσης μεταξύ των δύο χωρών και προς τη διαμόρφωση καταλληλότερου εδάφους για επενδύσεις. Σε συνδυασμό με τις μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση, τη θωράκιση κρατικών θεσμών, την επιλογή κατάλληλων ανθρώπων σε σημαντικά αξιώματα, συμβάλλει σε όσα δήλωσε χθες ο κ. Μητσοτάκης: ό,τι είναι καλό για τη μία χώρα είναι καλό και για την άλλη· ότι οι Ελληνες είναι υπεύθυνοι για την τύχη τους και θέλουν τους Γερμανούς συμμάχους και συνεταίρους. Η πιστή εφαρμογή αυτής της πολιτικής θα διαλύσει τη δυσπιστία που ακόμη υπάρχει και στις δύο χώρες και θα «ανοίξει» τη χώρα για επενδύσεις.