ΑΠΟΨΕΙΣ

Τραμπ, μαθητής του Ερντογάν

Ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ο μόνος λόγος που οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν εφαρμόσει κυρώσεις εναντίον της Τουρκίας μετά την αγορά του ρωσικού πυραυλικού συστήματος S-400 από την Αγκυρα. Επίσης, η Τουρκία απειλεί ότι θα επεκτείνει την κατοχή μέρους της Συρίας –εις βάρος της εδαφικής ακεραιότητας της γειτονικής χώρας, απειλώντας τους Κούρδους συμμάχους των ΗΠΑ–, αλλά πάλι δεν εφαρμόζονται οι κυρώσεις που θα περίμενε κανείς, παρά την έντονη ενόχληση και Ρεπουμπλικανών μελών του Κογκρέσου. Ο Τραμπ ασκεί το δικαίωμά του να καθυστερεί την εφαρμογή τέτοιων μέτρων όσο θέλει. Το ερώτημα είναι, γιατί να το θέλει;

Αρκεί το γεγονός ότι η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ, με τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό της Συμμαχίας; Αρκεί η γεωστρατηγική της θέση; Αρκεί η αντίληψη ότι είναι καλύτερα η Ουάσιγκτον να έχει να κάνει με τον Ερντογάν, με όλες τις δυσκολίες, παρά με όποιον θα τον διαδεχθεί; Μήπως ο Τραμπ «κάνει μπίζνες» με τον Ερντογάν; Ολοι αυτοί οι παράγοντες παίζουν ρόλο, ασφαλώς, αλλά ίσως η απάντηση φαίνεται πιο εύκολα όταν δούμε τα πράγματα από την άλλη πλευρά, από το πώς βλέπουν οι Τούρκοι τη σχέση τους με τις ΗΠΑ. Εκεί βλέπουμε ότι όλη η πολιτική της Αγκυρας –του Ερντογάν προσωπικά, δηλαδή– στηρίζεται πάνω στη σχέση του Ερντογάν με τον Τραμπ.

Ο Αμερικανός πρόεδρος είναι το μόνο σημείο αναφοράς για τον Ερντογάν. Απευθύνεται μόνο στον Τραμπ, αδιαφορώντας για οποιονδήποτε άλλο παράγοντα ή θεσμό. Αυτή η πολιτική είχε επιτυχία, καθώς ο Τραμπ κράτησε τη σχέση εν ζωή. Αξιοσημείωτο είναι ότι ενώ ο αντιαμερικανισμός βρίσκεται στα ύψη στην Τουρκία (μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς), πολλοί θεωρούν τον Τραμπ «καλό τύπο», παραβλέποντας το μένος του εναντίον μουσουλμανικών χωρών – κάτι που και ο ίδιος παραβλέπει στην ευνοϊκή μεταχείριση που επιφυλάσσει για τον Ερντογάν.

Από πού πηγάζει αυτή η αμοιβαία «συμπάθεια»; Φαίνεται ότι είναι επιλογή του Τραμπ: συμπαθεί ισχυρούς άνδρες που κυριαρχούν στην πολιτική σκηνή της χώρας τους. Αυτό εξηγεί τη συμπεριφορά του προς τον Βλαντιμίρ Πούτιν, τον Κιμ Γιονγκ Ουν, τον Μπολσονάρο της Βραζιλίας, τον Ντουτέρτε των Φιλιππίνων, τον Σι Τζινπίνγκ (παρότι ο Τραμπ λέει ότι ο εμπορικός πόλεμος έπληξε τη φιλία τους) και, ασφαλώς, τον Ερντογάν. Αποκαλυπτική αυτής της νοοτροπίας είναι η περίπτωση του Μπέντζαμιν Νετανιάχου: η σχέση τους κλονίστηκε με το που το κόμμα του Νετανιάχου ήρθε δεύτερο στις πρόσφατες εκλογές.

Τότε ο Τραμπ θυμήθηκε ότι «οι σχέσεις μας είναι με το Ισραήλ». (Μην ξεχνάμε ότι, σύμφωνα με την πρώην σύζυγο του Τραμπ, αυτός δίσταζε να ονομάσει τον γιο του «Ντόναλντ Τζούνιορ» μήπως ήταν «αποτυχημένος» ή loser).

Ο Τραμπ δεν θέλει losers κοντά του. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η σχέση του με τον Μπόρις Τζόνσον: ενώ ο Τραμπ στηρίζει τον Βρετανό πολιτικό που πασχίζει να αποσπάσει τη χώρα του από την Ε.Ε., οι απανωτές πολιτικές ήττες ίσως οδηγήσουν στην αδιαφορία του Τραμπ για το πρόσωπό του. Μάλλον το αποτέλεσμα των κινήσεων του Τζόνσον θα κρίνουν και τη «φιλία» με τον Τραμπ.

Δεν θα ψυχαναλύσουμε τον Τραμπ. Ομως, είναι αξιοσημείωτη η προσπάθειά του να θεωρεί φίλους μόνο ισχυρούς, ενώ επιλέγει μόνο κόλακες για υφισταμένους.

Δείχνει να είναι τόσο ανασφαλής, που θαυμάζει μόνο όσους φαίνονται να μην αμφιβάλλουν καθόλου για τη δική τους ισχύ, για τη δική τους κυρίαρχη θέση. Για να εξασφαλίσει και αυτός τέτοια ισχύ, ταυτίζεται με αυτούς, θέλει να κινείται όπως αυτοί.

Ο Τραμπ συμπεριφέρεται όπως συμπεριφέρεται επειδή έτσι είναι ο ίδιος, αλλά συχνά εκφράζει θαυμασμό για το πόσο πιο δυναμικά άλλοι ηγέτες μπορούν να αντιδρούν εναντίον του Τύπου, πολιτικών αντιπάλων, αντιφρονούντων κ.ά.

Ο ίδιος έχει πετύχει έναν βαθμό άλωσης των δημοκρατικών θεσμών των ΗΠΑ που ουδείς μπορούσε να φανταστεί πριν από την εκλογή του το 2016. Μόνο τις επιλογές ανώτατων και άλλων δικαστών να σκεφθεί κανείς, μαζί με τη δουλική συμπεριφορά του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, είναι φανερό ότι, είτε από σχέδιο είτε επειδή η συγκυρία τού το επιτρέπει, ο Τραμπ αντιγράφει τους αυταρχικούς ηγέτες άλλων χωρών. (Το πόσο θα πετύχει εξαρτάται από την αφύπνιση και αντίδραση των θεσμών και των πολιτών.)

Γι’ αυτό, ο Ερντογάν δεν μπορεί παρά να κερδίζει τον σεβασμό του Αμερικανού προέδρου. Ο Τούρκος κατάφερε, ύστερα από εκλογές κι αυτός, να αλώσει τόσο τον Τύπο, τη Δικαιοσύνη, όλες τις πτυχές του κράτους (από την Παιδεία έως τις ένοπλες δυνάμεις, την αστυνομία και τις μυστικές υπηρεσίες), ώστε να κάνει ό,τι θέλει. Διορίζει στενούς συγγενείς σε κρίσιμες θέσεις, αποφασίζει μόνος την πολιτική της κυβέρνησής του, διχάζει το έθνος για να φανατίζει την εκλογική του βάση. Κάνοντας τα ίδια, ο Τραμπ μοιάζει περισσότερο με τον Ερντογάν παρά με οποιονδήποτε προκάτοχό του στο Οβάλ Γραφείο.

Ισως γι’ αυτό ο Τούρκος ηγέτη χαίρει τέτοιας ασυλίας στην Ουάσιγκτον. Ως δάσκαλος της πολιτικής ισχύος, ο Ερντογάν καταλαβαίνει ότι μόλις φανεί ότι αποδυναμώνεται, θα χάσει όλη του τη δύναμη εντός και εκτός συνόρων, με ολέθριες συνέπειες για τον ίδιο.

Τώρα που ο δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης, Εκρέμ Ιμάμογλου, τον περνάει σε δημοτικότητα, αναμένονται εξελίξεις.