ΑΠΟΨΕΙΣ

Προδικασία και επιτάχυνση της Δικαιοσύνης

prodikasia-kai-epitachynsi-tis-dikaiosynis-2339814

Στο πλαίσιο των διαρκών προσπαθειών επιτάχυνσης της απονομής της Δικαιοσύνης, ήδη ακούγεται η σκέψη να συσταθούν ειδικά «εμποροδικεία» που θα κρίνουν επί των εμπορικών διαφορών. Ασφαλώς έτσι θα διαμορφωθούν δικαστές εξειδικευμένοι, περισσότερο εξοικειωμένοι με τα αντικείμενα που κρίνουν. Το Ναυτικό Τμήμα του Πρωτοδικείου Πειραιά θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί επιτυχημένο αντίστοιχο εγχείρημα.

Μήπως θα άξιζε, παράλληλα, να σκεφθούμε μια νέα διαδικασία; Μια διαδικασία που από τη φύση της θα επιτάχυνε τον ρυθμό έκδοσης αποφάσεων, με την ενεργοποίηση του εισηγητή-δικαστή κατά την προδικασία; Ηδη η τελευταία μεταρρύθμιση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας επιχείρησε να αξιοποιήσει την προδικασία, δηλαδή τη φάση που μεσολαβεί μεταξύ της κατάθεσης της αγωγής και της συζήτησής (εκδίκασής) της. Σε 115 ημέρες από την κατάθεση της αγωγής προβλέπεται οι διάδικοι να έχουν υποβάλει όλους τους ισχυρισμούς τους και να έχουν προσκομίσει το αποδεικτικό υλικό που επικαλούνται. Η συζήτηση που θα ακολουθήσει, πολλούς μήνες αργότερα, είναι εντελώς τυπική· οι δικαστές θα εκτιμήσουν το συνολικό υλικό και θα αποφασίσουν. Αξίζει να σκεφθούμε μήπως θα μπορούσαμε να αξιοποιήσουμε τη φάση αυτή ώστε να προετοιμάζεται καλύτερα η εκδίκασή της.

Σε συνεργασία με τους δικηγόρους των διαδίκων, ο εισηγητής-δικαστής θα μπορούσε να κάνει πολλά. Μπορεί να ζητήσει διευκρινίσεις, πραγματολογικές και νομικές, για τους ισχυρισμούς που προβάλλονται, ώστε να καταστούν σαφείς οι ισχυρισμοί των διαδίκων, που συχνά στα δικόγραφα διατυπώνονται με μια ηθελημένη αμφισημία. Μπορεί επίσης να επισημάνει ποια από τα αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά καλύπτονται από το ήδη προσκομισθέν αποδεικτικό υλικό. Ακόμη να επισημάνει τα κρίσιμα νομικά ζητήματα επί των οποίων το δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί, διακρίνοντάς τα από άλλα νομικά επιχειρήματα που, κατά την κρίση του, δεν σχετίζονται άμεσα με το αίτημα του διαδίκου. Τέλος, μια εντελώς αβάσιμη κατά τον νόμο αγωγή θα μπορούσε να απορριφθεί αμέσως σε αυτήν τη φάση.

Ετσι συντάσσεται ένα πρώτο εισαγωγικό σημείωμα που θέτει το πραγματικό πλαίσιο της δίκης, αποτυπώνει τα όντως αμφισβητούμενα ζητήματα. Σε αυτό διατυπώνονται από τον εισηγητή τα σημεία επί των οποίων θα πρέπει να διεξαχθούν αποδείξεις και επί των οποίων θα πρέπει να αποφανθεί το δικαστήριο. Κάτι σαν την πράξη-πλαίσιο της (διαιτητικής) δίκης (terms of reference) που προβλέπεται στο Κανονισμό Διαιτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου. Θα πρόκειται για προδικαστική, μη οριστική απόφαση. Ας σημειωθεί ότι ο εισηγητής-δικαστής είχε αντίστοιχες αρμοδιότητες στην πρώτη μορφή του ισχύοντος Κώδικα Πολιτική Δικονομίας, όπως προκύπτει από τη διατύπωση του τότε (1968) ισχύσαντος άρθρου 240 αυτού. Ετσι, η υπόθεση θα εισάγεται καλύτερα προετοιμασμένη για συζήτηση, σε μία δικάσιμο –όχι σε περισσότερες, όπως οι παλιές «διεξαγωγές»– όπου θα εξετάζονται και μάρτυρες, στο ακροατήριο.  Η εξέτασή τους θα περιορίζεται στα ζητήματα της προδικαστικής, που, αν έχει γίνει σωστή δουλειά στην προδικασία, θα είναι μόνον τα πράγματι αμφισβητούμενα.

Είναι προφανές ότι η οριστική κρίση, που θα επωφελείται από την προεργασία, θα είναι πιο εύστοχη. Ειδικά στο σημείο αυτό δεν πρέπει να υποτιμηθεί η σημασία της συνάντησης των δικηγόρων των διαδίκων με τον εισηγητή. Μια συζήτηση μεταξύ νομικών, χωρίς ακροατήριο, με την αμοιβαία παροχή διευκρινίσεων για τους ισχυρισμούς που ο καθένας έχει διατυπώσει, επιτρέπει στον δικαστή την ουσιαστική και εις βάθος κατανόηση της υποθέσεως. Τα διακυβεύματα καθίστανται σαφή. Θα είναι πολύ δύσκολο σε έναν δικηγόρο, σε μια τέτοια προφορική συνάντηση, να αρνηθεί το προφανές, χωρίς να κινδυνεύσει ταυτόχρονα να χάσει την αξιοπιστία του απέναντι στον δικαστή. Θα παραδεχόταν λοιπόν τα προφανή, κι έτσι ήδη θα περιοριζόταν ο όγκος των πληροφοριών που θα είχε να επεξεργασθεί το δικαστήριο, αυξάνοντας σχεδόν αυτόματα την ποιότητα της απόφασής του.

Αλλά η συνάντηση αυτή, ιδίως στον χώρο του εμπορικού δικαίου, θα είχε ήδη ακόμη μία πρακτικά θετική επίδραση: θα επέτρεπε στα μέρη να εννοήσουν πώς αντιλαμβάνεται ο δικαστής την υπόθεσή τους και να επανεκτιμήσουν, από εμπορικής πλευράς, αν συμφέρει ένας συμβιβασμός. Για έναν επιχειρηματία, συνήθως ένας εμπορικά επωφελής συμβιβασμός θα είναι προτιμότερος από μια νίκη στο δικαστήριο. Και ο συμβιβασμός θα μείωνε την ύλη των δικαστηρίων, επιταχύνοντας την εκδίκαση των λοιπών υποθέσεων. Αν μάλιστα οι αγωγές που απορρίπτονταν ως προφανώς νόμω αβάσιμες δεν μπορούσαν να επανεισαχθούν στον δεύτερο βαθμό χωρίς την καταβολή ενός σημαντικού παραβόλου, που δεν θα επιστρεφόταν σε περίπτωση ήττας, θα αποθαρρύνονταν η επανεισαγωγή αγωγών που ασκούνται μόνον για λόγους τακτικής, επιβαρύνοντας ασκόπως τα δικαστήρια.

Ακόμη θα επέτρεπε να επανεισαχθεί η εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο της πολιτικής δίκης. Η κατάργηση της επ’ ακροατηρίω εξέτασης των μαρτύρων ακόμη ξενίζει, παρότι ο λόγος για τον οποίον έγινε, η επιτάχυνση της δίκης, είναι κατανοητός και σεβαστός. Ξενίζει διότι, όπως και να το κάνουμε, ο δικαστής πάντα σχηματίζει καλύτερη εικόνα για την αξιοπιστία του μάρτυρα –όσο προετοιμασμένος κι αν είναι από τον δικηγόρο– εάν τον δει ο ίδιος, εάν μπορέσει να τον ρωτήσει και αν, ακόμη περισσότερο, δει τις αντιδράσεις του μάρτυρα στις ερωτήσεις του δικηγόρου του αντιδίκου. Δεν είναι εξάλλου συμπτωματικό ότι στην ποινική διαδικασία, όπου αναζητείται η ουσιαστική αλήθεια, κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να καταργήσει την επ’ ακροατηρίω εξέταση των μαρτύρων.

Αξίζει να προσέξουμε το ακόλουθο: οι τεχνολογικές εξελίξεις στην ψηφιακή εποχή μπορούν να συμβάλουν ώστε οι σχετικές διαδικασίες, οι επαφές δικηγόρων με τον δικαστή κατά την προδικασία να γίνονται με ταχύτητα και ασφάλεια. Ας τις αξιοποιήσουμε! Προφανώς δεν είναι εδώ ο χώρος για να διατυπωθεί μια πρόταση δικονομικής μεταρρύθμισης. Τίθεται όμως προς συζήτηση μια κατεύθυνση η οποία στηρίζεται στην εμπιστοσύνη προς τους δικαστές, αλλά και στη συνεργασία τους με τους «άμισθους λειτουργούς της Δικαιοσύνης», τους δικηγόρους.

* Ο κ. Κωνσταντίνος Π. Παπαδιαμάντης είναι εταίρος της δικηγορικής εταιρείας Potamitis Vekris.