ΑΠΟΨΕΙΣ

Δημογραφικό κενό και περί ανάπτυξης

Η Ελλάδα βγαίνει με βαριές πληγές από την κρίση αλλά και με την ελπίδα ότι τώρα ίσως αρχίσει κάτι νέο – οικονομική ανάπτυξη βασισμένη στις πραγματικές δυνάμεις και δυνατότητες της χώρας, χωρίς τις νοοτροπίες και τις πρακτικές που οδήγησαν στην κρίση και κράτησαν τη χώρα στο τέλμα. Τα προβλήματα είναι φανερά, σε κάθε νέα αξιολόγηση διεθνών οργανισμών βλέπουμε ότι παρά τη μακρόχρονη στέρηση των πολιτών και τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούσαν οι δανειστές, η Ελλάδα ακόμη χάνει έδαφος στον παγκόσμιο στίβο παραγωγικότητας. Ενδεικτικό: στον δείκτη Doing Business 2020 της Παγκόσμιας Τράπεζας, η Ελλάδα υποχώρησε στην 79η θέση, μεταξύ 190 κρατών, από την 72η θέση που ήταν το 2018.

Ο αναπτυξιακός νόμος που υπερψηφίστηκε μέσα σε κλίμα πόλωσης εντός και εκτός Βουλής προχθές φιλοδοξεί να βελτιώσει την κατάσταση. Η κριτική της αντιπολίτευσης εστιάζεται στην κατηγορία ότι στηρίζονται οι επιχειρήσεις και σε διατάξεις που αφορούν εργασιακά ζητήματα (όπως η δυνατότητα ψηφοφορίας μέσω ηλεκτρονικής ψήφου για τη λήψη αποφάσεων των γενικών συνελεύσεων και άλλων οργάνων διοίκησης συνδικαλιστικών οργανώσεων, μέτρο που αναμένεται να κάνει την κήρυξη απεργιών πιο συλλογική αλλά ίσως και πιο δύσκολη).

Οι διευκολύνσεις σε επιχειρήσεις που προβλέπει το πολυνομοσχέδιο αναμένεται να προσελκύσουν το ενδιαφέρον ξένων επενδυτών, χωρίς τους οποίους η χώρα δεν θα ξεφύγει από την παγίδα της χαμηλής ανάπτυξης. Ομως, για να πάρει μπρος η οικονομία, για να αντιμετωπίσει η χώρα τις μεγάλες προκλήσεις, δεν αρκούν μόνο νόμοι και η στήριξη της επιχειρηματικότητας. Ο κόσμος αλλάζει με τέτοια ταχύτητα που ουδείς μπορεί να προβλέψει πού θα βρισκόμαστε σε 10-20 χρόνια. Πρέπει να έχουμε επίγνωση των αδυναμιών αλλά και των δυνατοτήτων μας.

Η πραγματικότητα είναι ότι για την Ελλάδα τα μεγάλα δημόσια και ιδιωτικά χρέη, η χαμηλή ανάπτυξη και η καταστροφική δημογραφική πορεία είναι κορυφαία προβλήματα. Εάν δεν αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά, όλοι οι κόποι μας θα είναι μάταιοι. Οσο ο ενεργός πληθυσμός μειώνεται, τόσο μεγαλύτερη η απαίτηση οι εργαζόμενοι να είναι ακόμη πιο παραγωγικοί για να αναθρέψουν παιδιά, να πληρώσουν τις συντάξεις και τη φροντίδα της προηγούμενης γενιάς, να κρατήσουν τη χώρα όρθια. Επειδή δεν προλαβαίνουμε να αναπληρώσουμε μόνοι το δημογραφικό κενό, η Ελλάδα πρέπει είτε να γίνει κομμάτι μιας ομοσπονδιακής Ευρωπαϊκής Ενωσης (οπότε ίσως έρθουν αρκετοί εργαζόμενοι και συνταξιούχοι να ζήσουν εδώ), είτε να χαράξουμε οι ίδιοι μια εθνική πολιτική που θα προσελκύσει νέους, παραγωγικούς ανθρώπους. Για να συμβεί αυτό, όμως, πρέπει τα πανεπιστήμια να προσφέρουν υψηλής ποιότητας εκπαίδευση στα αγγλικά και οι επιχειρήσεις μας να προσφέρουν εντυπωσιακές ευκαιρίες, ώστε πολλοί να επιλέξουν να παραμείνουν εδώ και να συμβάλουν στη μακρόχρονη ανάπτυξη της χώρας.

Ηδη τα πανεπιστήμια κάνουν αρχικά βήματα· μόλις αυτή την εβδομάδα το Πανεπιστήμιο Αθηνών ανακοίνωσε το πρώτο προπτυχιακό πρόγραμμα (ΒΑ) στα αγγλικά, στην Αρχαιολογία, την Ιστορία και τη Φιλολογία της Αρχαίας Ελλάδας. Είναι επιτακτική η ανάγκη να ακολουθήσουν γρήγορα και άλλα προγράμματα, όπως στα μαθηματικά και στις θετικές επιστήμες, να υπάρξει μια ζύμωση που θα συμβάλει στην έρευνα και την ανάπτυξη. Ηδη, οι Ελληνες έχουν καλό όνομα σε αυτές τις επιστήμες, με εκατοντάδες να εργάζονται στην Ελλάδα και αλλού ως προγραμματιστές, μηχανικοί, κ.ά.

Επίσης, δεν είναι λίγες οι startups στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Η έρευνα, όμως, είναι ακριβή υπόθεση και στο παρελθόν ελάχιστες ελληνικές επιχειρήσεις ήταν διατεθειμένες να πάρουν τέτοια ρίσκα: ενώ τα κεφάλαια και η εργασία είχαν υψηλό κόστος, πολλοί επιχειρηματίες κέρδιζαν από τη στενή τους σχέση με το κράτος, δεν χρειαζόταν να διακινδυνεύουν χρήματα για έρευνες. Η κρίση φαίνεται να ενίσχυσε αυτόν τον φόβο. Απαραίτητη προϋπόθεση για μεγαλύτερη τόλμη είναι να βελτιωθεί ο νόμος περί χρεοκοπίας, οι επιχειρηματίες να μη φοβούνται την ολική καταστροφή εάν δεν πετύχουν. Ούτε οι υπεύθυνοι δημοσίων ερευνητικών κέντρων μπορούν να λειτουργήσουν υπό τη συνεχή απειλή ότι θα κατηγορηθούν για «απιστία» εάν ένα πρόγραμμα αποτύχει.

Πέρα απ’ όποια νομοθεσία, χρειάζεται ένα κλίμα εμπιστοσύνης, με σταθερή φορολογία, σταθερό εργασιακό καθεστώς, με δημόσια διοίκηση που βοηθάει και δεν εμποδίζει, με απλούστευση των νόμων και ταχεία και αξιόπιστη δικαιοσύνη. Απαιτεί, όμως, και πνεύμα τολμηρό, με εξωστρέφεια στην εκπαίδευση και στις επιχειρήσεις, για να προσελκύσουμε όχι μόνο επενδυτές αλλά και επιστήμονες και άλλους εργαζόμενους που θα επιλέξουν να ζήσουν εδώ. Αυτά είναι λίγα συμπεράσματα από μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση στο πρόσφατο Ελληνοβρετανικό Συμπόσιο στο Ναύπλιο.