ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα «Οχι» και τα πλήθη

Η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου είναι πάντα επίκαιρη, θυμίζοντας πόσα μπορούν να πετύχουν οι Ελληνες όταν ενώνουν τις δυνάμεις τους, αλλά και τι συμβαίνει όταν, μετά την επιτυχία, διχάζονται πάλι. Μετά το Επος του ’40, μετά τον πόλεμο, μετά την εκδίωξη των κατακτητών, ακολούθησε άλλος ένας εμφύλιος σπαραγμός. Η σημερινή επέτειος έρχεται σε μιαν εποχή που σε όλο τον κόσμο ξεσηκώνονται πλήθη να διατρανώσουν το δικό τους «Οχι» εναντίον καθεστώτων και πρακτικών, απαιτώντας αλλαγή ή προσπαθώντας να την αποτρέψουν. Σε αντίθεση με τη σύμπνοια κυβέρνησης – λαού στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του ’40, το λαϊκό ξέσπασμα συνήθως δηλώνει διχασμό μεταξύ λαού και κυβέρνησης, και το αποτέλεσμα είναι συνήθως απρόβλεπτο και επικίνδυνο.

Στο Χονγκ Κονγκ δοκιμάζεται η υπομονή της Κίνας, η οποία εκεί ακόμη δεν εφαρμόζει τις μεθόδους μαζικής διαχείρισης πληθυσμού που εφαρμόζει στην ενδοχώρα. Στη Βαρκελώνη, πλήθη πολιτών διαμαρτύρονται για τη φυλάκιση ηγετών του κινήματος αυτονομίας. Στο Ιράκ, εδώ και ένα μήνα νέοι εκδηλώνουν την οργή τους για την ανικανότητα των κυβερνώντων, τη διαφθορά, την έλλειψη προοπτικής. Εως την Παρασκευή είχαν χάσει τη ζωή τους περίπου 150 άτομα. Στον Λίβανο, τεράστια πλήθη εκδηλώνουν την ίδια οργή. Αφορμή ήταν η επιβολή φόρου στην εφαρμογή WhatsApp σε μια χώρα όπου η πολιτική ελίτ είναι πάμπλουτη, αλλά δεν μπορεί να εξασφαλίσει ούτε τις βασικές ανάγκες μιας σύγχρονης χώρας. Οσο και αν διαφέρουν οι αιτίες, τα πλήθη εκφράζουν την αγανάκτησή τους γι’ αυτούς που κυβερνούν, με τη διαφθορά, με την έλλειψη ελευθερίας και ευκαιρίας. Στη Χιλή ξέσπασαν μαζικές διαδηλώσεις όταν η κυβέρνηση αύξησε την τιμή εισιτηρίων του μετρό. Ηταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της οργής ενός λαού που βλέπει το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών να διευρύνεται συνεχώς. Μέσα σε τέσσερις ημέρες σκοτώθηκαν 16 διαδηλωτές· η κυβέρνηση πρότεινε κοινωνικά μέτρα για να εξευμενίσει τους διαμαρτυρόμενους, αλλά την Παρασκευή οι κινητοποιήσεις συνεχίζονταν.

Σε πολλές χώρες δεν υπάρχει εναλλακτική, ο πληθυσμός μπορεί να εκφράσει τη δυσαρέσκειά του μόνο στους δρόμους. Αλλά και στις «ώριμες δημοκρατίες», οι μαζικές εκδηλώσεις επιστρατεύονται για να επηρεάσουν την πολιτική – με ανάμεικτα αποτελέσματα. Στις ΗΠΑ, η μεγάλη διαδήλωση γυναικών στην Ουάσιγκτον μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ και η κινητοποίηση πολιτών σε συγκεντρώσεις σε όλη τη χώρα συνέβαλαν στην αποτυχία του νέου πρόεδρου να ξηλώσει το σύστημα υγείας που θέσπισε ο προκάτοχός του, Μπαράκ Ομπάμα. Στη Βρετανία, τεράστιες διαδηλώσεις εναντίον του Brexit δείχνουν το πάθος όσων θέλουν η χώρα τους να παραμείνει στην Ε.Ε. (ή, τουλάχιστον, να διεξαχθεί νέο δημοψήφισμα), αλλά είναι η Βουλή των Κοινοτήτων και τα δικαστήρια που πέτυχαν να αποτρέψουν έξοδο χωρίς συμφωνία έως τώρα.

Τα κινήματα δεν έχουν την επιτυχία που είχαν κάποτε. Μπορεί στην Αλγερία και στο Σουδάν λαϊκές κινητοποιήσεις να πέτυχαν να ρίξουν αυταρχικούς ηγέτες, όμως σε πολλές άλλες περιπτώσεις οι κυβερνήσεις φάνηκαν ανθεκτικές: είτε επιστρατεύουν σκληρά μέτρα είτε βασίζονται στο γεγονός ότι κάποια στιγμή ο υπόλοιπος πληθυσμός παύει να συγκινείται με τις διαδηλώσεις. Ενα παράδειγμα είναι οι διαμαρτυρίες στην Τουρκία εναντίον της κατασκευής εμπορικού κέντρου στο πάρκο Γκεζί της Κωνσταντινούπολης το 2013, οι οποίες προκάλεσαν βίαιη καταστολή και συλλήψεις. Αλλο είναι οι σχεδόν καθημερινές διαδηλώσεις στο κέντρο της Αθήνας, που έχουν καταντήσει ρουτίνα. Σύμφωνα με τους New York Times, πρόσφατη μελέτη (της Erica Chenoweth, καθηγήτριας Πολιτικής Επιστήμης στο Χάρβαρντ) έδειξε ότι, ενώ πριν από 20 χρόνια το 70% των κινημάτων που απαιτούσαν πολιτικές αλλαγές τις πετύχαινε, στα μέσα της δεκαετίας του 2000 το ποσοστό άρχισε να μειώνεται, πέφτοντας στο 30% σήμερα. Το σίγουρο είναι ότι όσο τα προβλήματα πολλαπλασιάζονται, τόσο η οργή και η απελπισία θα αυξάνονται σε όλο τον κόσμο. Οταν δεν τυχαίνουν σοφής διαχείρισης ή όταν δεν υπάρχει κοινός εξωτερικός εχθρός, πάντα παραμονεύει το τέρας του διχασμού και της βίας. Το είδαμε το ’40 και μετά στην Ελλάδα. Το βλέπουμε αλλού σήμερα.