ΑΠΟΨΕΙΣ

Με αφορμή την επέτειο του «Οχι»

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η Ελλάδα ζει πια καθημερινά σε κλίμα απειλών, παραβιάσεων και προκλήσεων της Τουρκίας. Το αποδεικνύουν συνεχώς οι δηλώσεις του Ταγίπ Ερντογάν και των άλλων αξιωματούχων, οι χάρτες που επίσημα ή ανεπίσημα κυκλοφορούν στο Διαδίκτυο, οι υπερπτήσεις τουρκικών αεροπλάνων πάνω από ελληνικά νησιά στο Αιγαίο, απόψεις που διατυπώνονται από την πλευρά τους περί ΑΟΖ, υφαλοκρηπίδας και χωρικών υδάτων. Γενικότερα ακόμη, αποδεικνύεται από τη συστηματικά «νταηλίδικη» συμπεριφορά του καθεστώτος Ερντογάν, κυρίως προς την Ευρωπαϊκή Ενωση, ώστε να μην επιτρέπει τη δημιουργία προσδοκιών περί ουσιαστικής προστασίας μας, αν και όταν γίνει ποτέ… το «κακό».

Οι ελληνικές κυβερνήσεις ακολουθούν συνήθως τακτική αποφυγής φραστικής έντασης, με κάποιες γελοίες εξαιρέσεις τύπου Καμμένου στο πρόσφατο παρελθόν. Εως τώρα προσπαθούσαν να αποφύγουν την πρόκληση θερμού επεισοδίου με έναν απρόβλεπτο γείτονα που έχει πια μόνιμα «λυμένο το ζωνάρι» και σίγουρα υπερέχει στρατιωτικά. Τώρα όμως έχει προστεθεί εμφανώς ακόμη ένας παράγων που κάνει τα πράγματα πολύ πιο δύσκολα. Αμερικανοί ΝΑΤΟ, Ρώσοι ενθαρρύνουν άμεσα ή έμμεσα το καθεστώς Ερντογάν να ασκεί bullying προς κάθε κατεύθυνση, περιλαμβανομένων της Ελλάδας και της Κύπρου, που υποτίθεται ότι είναι χώρες που ανήκουν στη Δύση και στους πυλώνες της. Το σωστό διάβασμα των δηλώσεων Πομπέο κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα ουδόλως καθησυχάζει, ιδιαίτερα όταν το αφεντικό του ονομάζεται Ντόναλντ Τραμπ.

Από κοντά και οι περιδεείς, αναποφάσιστοι και εξαρτώμενοι Ευρωπαίοι που αφενός έχουν υιοθετήσει ως πολιτική τον στρουθοκαμηλισμό και αφετέρου νομίζουν ότι η αέναη ανάληψη οικονομικών βαρών στην περιοχή της Μέσης Ανατολής μπορεί να εξασφαλίσει την ησυχία τους. Τρανό το λάθος των Ευρωπαίων και θα αποδειχθεί σύντομα, αλλά υπάρχει ο πραγματικός κίνδυνος να ξεσπάσει αυτό στην «καμπούρα» μας. Αποκλείεται να μην το φοβάται η ελληνική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, όπως αποκλείεται να μη γνωρίζει ότι η αποφυγή δημιουργίας έντασης με κάθε τρόπο έχει όρια και πιθανότατα τέλος. Η Τουρκία εκλαμβάνει ως ένδειξη αδυναμίας την κατευναστική πολιτική και, με την ανοχή έως ενθάρρυνση όσων μπορούν –αλλά αποφεύγουν– να βάλουν κάποιο φρένο στις επιδιώξεις της, αποθρασύνεται μέρα με τη μέρα. Ηδη, η Συνθήκη της Λωζάννης δεν θυμίζει τίποτα και σε κανέναν εκτός από την Ελλάδα και ο Ταγίπ Ερντογάν αναζητεί ευκαιρίες και αδύναμους κρίκους για να αναβιώσει με κάποιο τρόπο την παλιά Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αν μάλιστα βάλει στο χέρι πετρέλαια και πυρηνική βόμβα, θα το καταφέρει πανηγυρικά.

Το ερώτημα είναι τι μπορεί να κάνει η Ελλάδα για να αναχαιτίσει τη βουλιμία που επιδεικνύει εις βάρος της το καθεστώς της Τουρκίας. Με δεδομένο το μέγεθός της, τη γεωγραφική θέση της –καταδικασμένη να ζει με γείτονα την Τουρκία– και τη ρευστότητα που χαρακτηρίζει το διεθνές περιβάλλον, όπου κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για το αύριο, είναι αναγκασμένη να στηρίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στις δικές της δυνάμεις. Που σημαίνει ότι πρέπει να ανεβάσει θεαματικά το κόστος για όποιον την επιβουλεύεται, δηλαδή για τη γειτονική χώρα. Και αυτό περιλαμβάνει ορισμένες πολύ βασικές προϋποθέσεις: α) τη δημιουργία εξαιρετικά πειθαρχημένων και αξιόμαχων Ενόπλων Δυνάμεων (αξιωματικών, φαντάρων και εφέδρων), που να πείθουν ότι είναι έτοιμες να χτυπήσουν σκληρά τον επιτιθέμενο, άρα πρέπει να έχουν ανάλογη εκπαίδευση και εξοπλισμό για να μη θυμίζουν «ρεμπέτ ασκέρι», β) την αποκατάσταση της κυριαρχίας του κράτους σε όλη την επικράτεια και ειδικά στη Θράκη, όπου ως γνωστό λειτουργεί από χρόνια τουρκική παραδιοίκηση και ακούγονται πάλι διάφορα, καθώς η Αγκυρα δεν κρύβει τις διαθέσεις της να ασκεί έλεγχο στην περιοχή, γ) την ετοιμασία του πληθυσμού να δεχθεί αναγκαίες απώλειες αν, ο μη γένοιτο, φτάσει η ώρα της υπεράσπισης των εστιών του, δ) τη δυναμική επίδειξη αποφασιστικότητας, αν κάποια στιγμή οι περιστάσεις το απαιτούν, π.χ. με την κατάρριψη ενός drone πάνω από ελληνικό νησί.

Με αφορμή την επέτειο του «Οχι» όλα αυτά, που δεν είναι καθόλου εύκολα. Απαιτούν έμπνευση, χρόνο, που δεν περισσεύει, και επιμονή, αλλά από κάπου πρέπει να αρχίσει η προσπάθεια. Από την άλλη πλευρά υπάρχει και η πολιτική του συμβιβασμού, που όμως και αυτή απαιτεί αποφασιστικότητα, έμπνευση και προετοιμασία, ώστε να επιτευχθεί με τους καλύτερους δυνατούς όρους.