ΑΠΟΨΕΙΣ

Μεγαλώνοντας μαζί, το φεστιβάλ και εμείς

Οι επέτειοι έχουν (τουλάχιστον) ένα κακό: θυμάσαι κι αυτά που θα προτιμούσες να έχεις λησμονήσει. Συμβαίνει και με το φετινό 60ό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Το παρακολουθώ ανελλιπώς από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, το έχω δει να μεταμορφώνεται, να αλλάζει στέγη, σύνθεση, κοινό, όψη και περιεχόμενο. Η σχέση μου με το φεστιβάλ ξεκίνησε την πιο θαμπή δεκαετία στην ιστορία του θεσμού. Τότε που η έδρα του ήταν στους χώρους της ΔΕΘ και ο συνδικαλισμός (υπό την ευρεία έννοια, ως στάση ζωής) είχε το πάνω χέρι. Τότε, το τοπίο ήταν άχρωμο, προκάτ όπως και οι κατασκευές, με μεγάλη δόση ελληνοκεντρισμού και παθογένειας. Καλές προθέσεις υπήρχαν, αλλά οι ιδέες, η αισθητική και η διοργάνωση υπέφεραν από εγκλεισμό και βαρύ επαρχιωτισμό. Υστερα ξημέρωσε το ’90, η διεθνοποίηση του φεστιβάλ το 1992 με επικεφαλής το Μιχάλη Δημόπουλο και τον Δημήτρη Εϊπίδη, οι κινηματογραφικές αίθουσες και η πόλη ολόκληρη ανοίγουν σιγά σιγά σε νέες εμπειρίες. Δεν είναι μόνο το διεθνές πρόγραμμα ταινιών ή το γεγονός ότι αρχίζουν να καταφθάνουν δημοφιλείς προσκεκλημένοι (Κιαροστάμι, Χάνεκε, Οσίμα, Μπερτολούτσι, Λόουτς, Κόπολα, Κατρίν Ντενέβ, Φέι Νταναγουέι, μακρύς ο κατάλογος) ή η σημαντική εκδοτική δραστηριότητα. Είναι ότι αναμείχθηκαν οι ιστορίες (προσωπικές και συλλογικές), σκέψεις, συναισθήματα, αντιλήψεις, αισθητικές αναζητήσεις, με δημιουργούς και κοινό από όλο τον κόσμο.

Την ερχόμενη Πέμπτη, η 60ή διοργάνωση θα σηκώσει αυλαία. Από τους ομηρικούς καβγάδες έξω από την Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, τις τραυματικές εμπειρίες του «Β΄ εξώστη», την αλληλοβράβευση της εγχώριας παραγωγής, φτάσαμε στις προβολές VR (Virtual Reality) και στην αναζήτηση της θεματικής «ύλης» που συνδέει τις 14 ταινίες του διαγωνιστικού τμήματος στο… Διάστημα. Ακριβώς. Φέτος, το Φαινόμενο της Πανοραμικής Εντύπωσης (The Overview Effect), το οποίο έκανε τους αστροναύτες να δουν τη Γη ως μια ολότητα χωρίς σύνορα, μια κοινή εστία χωρίς διαφορές (καθώς και οι φόβοι, οι ελπίδες, η ουτοπία, η πραγματικότητα και η απογοήτευση πηγάζουν από αυτό), είναι η κεντρική ιδέα του διεθνούς τμήματος. Η νέα διεύθυνση του φεστιβάλ, με επικεφαλής τον Ορέστη Ανδρεαδάκη, προτείνει μια ενοποιημένη και την ίδια στιγμή μεταλλασσόμενη εικόνα του κόσμου. Το παράδειγμα δεν αναφέρεται για να δηλώσει την απόσταση ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα του θεσμού.

Δεν είναι συγκρίσιμα, εξάλλου, ούτε τα μεγέθη ούτε οι εποχές. Η αναφορά, απλώς, επισημαίνει τον τρόπο εδραίωσης ενός θεσμού. «Παράδειγμα» είναι το ίδιο το φεστιβάλ, το οποίο από τη στιγμή που διεθνοποιήθηκε επιτάχυνε και σταθεροποίησε τον βηματισμό του. Με τους κατάλληλους ανθρώπους στη διεύθυνσή του, συνεργάτες άξιους, με αγάπη για το αντικείμενό τους, τη στήριξη της πολιτείας και του δήμου της πόλης, συνύπαρξη όλων των παραγόντων με ωριμότητα, ιδέες και επιθυμία διαρκούς ανανέωσης, το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης προχωρεί, ελίσσεται στις κακοτοπιές (πάντα προκύπτουν) και εξελίσσεται. Φυσικά, υπήρξαν αμηχανίες, αποτυχίες, δυσκολίες, λάθος εκτιμήσεις και σπατάλες. Ομως, στον γενικό απολογισμό μετράνε η συνέπεια, η ενθάρρυνση της πολυσημίας και της καλλιτεχνικής πολυφωνίας, ο διαρκώς αυξανόμενος αριθμός θεατών (οι sold out προβολές και οι ουρές είναι πλέον κανόνας). Το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης συνειδητοποίησε εγκαίρως ότι μια διεθνής κινηματογραφική διοργάνωση δεν μεταφράζεται μόνο σε ταινίες. Οφείλει να είναι τόπος συνάντησης, ζυμώσεων καινούργιων προτάσεων, προώθησης συνεργασιών με συμμετέχοντες από όλον τον κόσμο. Προς αυτήν την κατεύθυνση κινείται και αυτή τη «συγγένεια» διερευνά.

Οι επέτειοι έχουν πλευρές προφανείς και άλλες, αναξιοποίητες. Οι απολογισμοί, τα πρόσωπα, οι αριθμοί, τα καταγεγραμμένα γεγονότα δίνουν σχήμα, υπόσταση, συνθέτουν τη μνήμη. Επιλεκτική ίσως, αλλά, όπως και να ’χει, υπαρκτή. Εκείνο που συνήθως διαφεύγει είναι το αθέατο. Κυκλοφορεί στην ατμόσφαιρα της πόλης, ερεθίζει το βλέμμα, μετατοπίζει σιγά σιγά το λεξιλόγιο της επικοινωνίας, διαμορφώνει τη σκέψη, επηρεάζει τις συμπεριφορές. Συγκροτεί μια κοινότητα σχέσεων και αισθημάτων. Μεγαλώνουμε μαζί με το φεστιβάλ. Μετράμε ανεπάρκειες και αδυναμίες, κι εκείνο κι εμείς. Κι όσο υπολογίζουμε αυτό το «αθέατο» μέσα μας και γύρω μας, τόσο αυξάνει η κατανόηση του εαυτού και του κόσμου.