ΑΠΟΨΕΙΣ

Η επιστροφή του Κώστα Καραμανλή

Δεν ξέρω γιατί ο Κώστας Καραμανλής επέλεξε να επανέλθει στο προσκήνιο τώρα. Μετά την ομιλία του πριν από μερικές ημέρες στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών στη Θεσσαλονίκη, θα ακολουθήσει την άλλη Τετάρτη παρέμβασή του στο City, University of London. Αργότερα ίσως μιλήσει και στη Σχολή Φλέτσερ του Πανεπιστημίου Tufts στη Βοστώνη.

Οι πρώην πρωθυπουργοί, πόσο μάλλον αυτοί που παραμένουν δημοφιλείς σε ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας, οφείλουν να συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο. Να καταθέτουν τις απόψεις τους. Να το κάνουν στοχευμένα και με τη νηφαλιότητα που επιβάλλει το θεσμικό τους παρελθόν.

Οι παρεμβάσεις τους πρέπει να χαρακτηρίζονται από ειλικρίνεια, και αυτό σημαίνει ότι αναπόφευκτα θα πρέπει να περιλαμβάνουν και αυτοκριτική για τα λάθη –όλοι έκαναν και κάνουν– στα οποία υπέπεσαν κατά τη διάρκεια της θητείας τους. Με τον τρόπο αυτό καθίστανται πιο πειστικές οι όποιες επισημάνσεις τους για το παρόν και το μέλλον.

Ανθρωποι που βρέθηκαν στα ηνία της χώρας έχουν υποχρέωση –όχι μόνον έναντι αυτών που τους τίμησαν με την ψήφο τους, αλλά και ολόκληρου του λαού τις τύχες του οποίου διαχειρίσθηκαν για ένα χρονικό διάστημα– να καταθέτουν τις σκέψεις και εμπειρίες τους, και να μοιράζονται με την κοινωνία τα διδάγματα που αποκόμισαν από αυτές, να κάνουν διαπιστώσεις, να προειδοποιούν για τους κινδύνους που ελλοχεύουν.

Η περίπτωση του Κώστα Καραμανλή είναι διαφορετική από αυτή άλλων πρώην πρωθυπουργών, υπό την έννοια ότι έχει μια ιδιαίτερη θέση στο DNΑ της Νέας Δημοκρατίας. Τόσο ως ανιψιός του ιδρυτή της παράταξης όσο και από τη δική του πολυετή πορεία στην ηγεσία του κόμματος (12 χρόνια) και της χώρας (5,5).

Οι επισημάνσεις που έκανε στην ομιλία του στη Θεσσαλονίκη για τα λεγόμενα εθνικά θέματα ήταν επίκαιρες. Εκτίμησε ότι μπορεί να βρεθούμε ενώπιον μιας εθνικής κρίσης, προειδοποίησε ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να παρασυρθεί από τις μεθοδεύσεις της Αγκυρας και τόνισε ότι οι μεγάλες προκλήσεις με τις οποίες οι Ελληνες θα βρεθούν αντιμέτωποι τα επόμενα χρόνια θα απαιτήσουν συγκροτημένες πολιτικές, αποφασιστικότητα και τόλμη, καθώς θα χρειαστεί να πάρουμε ως χώρα –πολιτικές ηγεσίες και λαός– δύσκολες αποφάσεις και να τις εφαρμόσουμε με συνέπεια και πειθαρχία.

Υπογράμμισε ότι οι σχέσεις μας με την Τουρκία διαχρονικά δοκιμάζονται από τις αυθαίρετες διεκδικήσεις της τελευταίας, ανέδειξε την επιλογή της Ελλάδας να έχει ως κύριο όπλο της το διεθνές δίκαιο και στο πλαίσιο αυτό σημείωσε ότι πρέπει να εργαζόμαστε αδιάλειπτα για την ανάδειξη των προβλημάτων που προκύπτουν από αυτή τη δύσκολη σχέση ως ευρωτουρκικών και όχι διμερών.

Μίλησε για απροκάλυπτη, σχεδιασμένη και συστηματική κλιμάκωση εκ μέρους της Τουρκίας, τόνισε ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να συρθεί από τις μεθοδεύσεις της Τουρκίας και να μην επιτρέψει τη δημιουργία τετελεσμένων, και κατέστησε σαφές ότι, παρά τις όποιες ισχυρές συμμαχίες και συνεργασίες, η υπεράσπιση των εθνικών δικαιωμάτων μας θα βασιστεί στις δικές μας δυνάμεις.

Σε ό,τι αφορά τη συμφωνία των Πρεσπών, επανέλαβε ότι το «κεκτημένο» του Βουκουρεστίου, τον Απρίλιο του 2008, δεν αξιοποιήθηκε όπως θα έπρεπε, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα μπορούσε να απαιτήσει και να επιτύχει πολύ περισσότερα. Οι γνωρίζοντες τις λεπτομέρειες των διαπραγματεύσεων των τελευταίων τριάντα ετών, από όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις, αμφιβάλλουν ότι αυτό ήταν εύκολο ή εφικτό.

Σε κάθε περίπτωση, σήμερα ο στόχος της Ελλάδας δεν μπορεί να είναι άλλος από την πλήρη εφαρμογή της συμφωνίας, κάτι άλλωστε που διαμηνύει και η σημερινή κυβέρνηση, ώστε να αποτραπεί η αποσταθεροποίηση που ελλοχεύει σε περίπτωση νίκης της εθνικιστικής αντιπολίτευσης στις εκλογές της γειτονικής χώρας, τον Απρίλιο.

Δεν ξέρω εάν η παρέμβαση του Κώστα Καραμανλή έγινε σε συνεννόηση με τον πρωθυπουργό ή αν αποτελεί προσωπική του επιλογή. Ούτε εάν έχει να κάνει με τα σενάρια που κάθε τόσο κυοφορούνται περί πιθανής μεταπήδησής του στην Προεδρία της Δημοκρατίας.

Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι και ρητορική δεινότητα διαθέτει και γνώση και εμπειρία. Αν τολμήσει μια αυτοκριτική, μπορεί να ορθώσει έναν συναινετικό λόγο και να φανεί χρήσιμος, όχι κομματικά, αλλά εθνικά, που πρέπει να είναι το κύριο ζητούμενο για κάθε πολιτικό.