ΑΠΟΨΕΙΣ

Εκπαίδευση σε ν+2, ν+4, 2ν… χρόνια

Θα δεχόσασταν χωρίς δεύτερη σκέψη τη διάγνωση ενός γιατρού που αποφοίτησε πρόσφατα από την Ιατρική Σχολή αν γνωρίζατε ότι διδάχτηκε Ανατομία και Φυσιολογία πριν από 25 χρόνια; Αυτό μπορεί κάλλιστα να σας συμβεί σήμερα, διότι στην Ελλάδα, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στα περισσότερα καλά πανεπιστήμια του κόσμου, ένας φοιτητής μπορεί να παρατείνει τις σπουδές του για απεριόριστο χρονικό διάστημα.

Ομως, η φοίτηση σε ένα πανεπιστήμιο δεν είναι μια επίσκεψη στα μαγαζιά, που μπορεί να ολοκληρωθεί σε 15 λεπτά ή σε δύο ώρες, ανάλογα με τα κέφια μας. Η εκπαίδευση μοιάζει περισσότερο με μια μουσική συμφωνία, που τα συστατικά της πρέπει να ταιριάζουν ως προς τη σειρά, τη διάρκεια και τον ρυθμό τους. Οι λόγοι είναι πολλοί και σημαντικοί. Πολλά μαθήματα έχουν προαπαιτούμενες γνώσεις, οι οποίες πρέπει να έχουν διδαχτεί σχετικά πρόσφατα προκειμένου ο φοιτητής να μπορέσει να χτίσει επάνω τους. Επιπλέον, οι υποδομές των πανεπιστημίων, όπως τα εργαστήρια, τα αμφιθέατρα και οι γραμματείες, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν αποτελεσματικά αν σε κάθε μάθημα εγγράφονται και εξετάζονται αδιακρίτως φοιτητές περασμένων ετών. Αντίστοιχα αποδιοργανώνονται και άλλες δράσεις που απαρτίζουν ένα σύγχρονο πρόγραμμα σπουδών, όπως οι ομαδικές εργασίες, οι παρουσιάσεις φοιτητών, η πρακτική άσκηση και ο καθηγητής-σύμβουλος. Τέλος, οι λεγόμενοι «αιώνιοι φοιτητές» δημιουργούν ομάδες πίεσης με αιτήματα όπως πρόσθετες εξεταστικές περιόδους ή ελαστικότερα κριτήρια αποφοίτησης, που τελικά υποβαθμίζουν τα παρεχόμενα πτυχία.

Για να αποφευχθούν τα προβλήματα αυτά, το 2007 θεσπίστηκε το διπλάσιο του αριθμού ετών των σπουδών (2ν) ως το μέγιστο όριο φοίτησης. Για παράδειγμα, ένας φοιτητής πενταετούς προγράμματος Μηχανικών θα έπρεπε να ολοκληρώσει τις σπουδές του σε δέκα χρόνια. Στη συνέχεια, με τον νόμο 4009/2011 ορίστηκε ότι οι φοιτητές χάνουν τα προνόμια της φοιτητικής ιδιότητάς τους δύο χρόνια μετά τον κανονικό χρόνο φοίτησης (ν+2) και, επιπλέον, δόθηκε η δυνατότητα στα ιδρύματα να ορίσουν βάσει κανονισμού τις προϋποθέσεις για την ολοκλήρωση των σπουδών – κάτι που δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Το 2015, με νέο νόμο καταργήθηκαν τα παραπάνω όρια, ενώ οι φοιτητές απέκτησαν το δικαίωμα να διακόπτουν τις σπουδές τους και να επανεγγράφονται όποτε θέλουν. Τώρα, η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας, ορθώς, επανεξετάζει το ζήτημα. Ακούγονται προτάσεις για μέγιστη διάρκεια φοίτησης τα ν+2, ν+4 ή 2ν έτη.

Η θέσπιση μιας ενιαίας ανώτατης διάρκειας φοίτησης από το υπουργείο Παιδείας είναι μια λανθασμένη μέθοδος για να λυθεί ένα όντως υπαρκτό και σοβαρό πρόβλημα. Το υπουργείο θα πρέπει, αντί να επιβάλει προκρούστειους κανόνες σε όλα τα ιδρύματα, να δημιουργήσει κίνητρα και νέες ευκαιρίες για να λυθεί το πρόβλημα. Οι απαιτούμενες δράσεις αναλύονται σε δύο άξονες.

Στον πρώτο άξονα, το υπουργείο θα πρέπει να κινηθεί αναγνωρίζοντας στην πράξη το συνταγματικά κατοχυρωμένο αυτοδιοίκητο των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων. Στο πλαίσιο αυτό, τα τμήματα των πανεπιστημίων πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ορίζουν τον χρόνο των σπουδών καθώς και το πότε και με ποια κριτήρια μπορεί κάποιος να συμμετέχει σε μια εξεταστική περίοδο, ανάλογα με τις απαιτήσεις του αντικειμένου των σπουδών. Επιπλέον, το υπουργείο Παιδείας πρέπει να δώσει τα κίνητρα και την ελευθερία στα πανεπιστήμια να δημιουργήσουν νέα προγράμματα σπουδών εστιασμένα σε ειδικές κατηγορίες φοιτητών, όπως εργαζομένους (με απογευματινά μαθήματα) ή φοιτητές που θέλουν να διακόψουν για ένα μικρό διάστημα την επαγγελματική σταδιοδρομία τους (με ταχύρρυθμα προγράμματα). Είναι προφανές ότι πρέπει αντίστοιχα να επιστρέψει στα πανεπιστήμια η ευθύνη επιλογής των φοιτητών που εισάγονται σε αυτά, ώστε να μπορούν φοιτητές που πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια (π.χ. εργασιακή εμπειρία) και προσόντα να εισάγονται σε προγράμματα σπουδών με αντίστοιχες απαιτήσεις και διάρκεια φοίτησης.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την απαιτούμενη απελευθέρωση των προγραμμάτων σπουδών και του τρόπου εισαγωγής στα πανεπιστήμια είναι η αποσύνδεση του πτυχίου από τα επαγγελματικά δικαιώματα που αυτό σήμερα κατοχυρώνει. Ενας που έλαβε πτυχίο από ένα ταχύρρυθμο πρόγραμμα δύο ετών ή περνώντας όπως όπως τα μαθήματα σε δύο δεκαετίες, πιθανότατα να μην είναι κατάλληλος για να πραγματοποιήσει μια ιατρική πράξη, να διδάξει τα παιδιά μας στο σχολείο ή να σχεδιάσει ένα πολυώροφο κτίριο. Οφείλουν, λοιπόν, τα αρμόδια υπουργεία και οι επαγγελματικοί σύλλογοι να θεσπίσουν αξιόπιστες εξετάσεις, που θα οδηγούν στην απόκτηση επαγγελματικών δικαιωμάτων.

Στον δεύτερο άξονα παρέμβασης, το υπουργείο Παιδείας πρέπει να εξετάσει και να λύσει τα βαθύτερα αίτια του προβλήματος των «αιωνίων» φοιτητών. Πολλοί φοιτητές σπουδάζουν για περισσότερα χρόνια επειδή οι ίδιοι ή η οικογένειά τους δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της πλήρους παρακολούθησης, αναγκαζόμενοι παράλληλα να εργάζονται. Εδώ το υπουργείο πρέπει να παρέμβει βοηθώντας ουσιαστικά τη στέγαση και τη σίτιση των φοιτητών, παρέχοντας υποτροφίες και θεσπίζοντας φοιτητικά δάνεια.

Παράλληλα με τα παραπάνω, η υπ. Παιδείας καλείται να διαχειριστεί τις απαιτούμενες μεγάλες αλλαγές με ενσυναίσθηση και πολιτικό νου. Είναι άκαιρο το θέμα να ανοίγει στο μέσο του ακαδημαϊκού εξαμήνου, με τις επετείους της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και των ταραχών του Δεκεμβρίου 2008 προ των πυλών.

* Ο κ. Διομήδης Δ. Σπινέλλης είναι πρόεδρος και καθηγητής του Τμήματος Διοικητικής Επιστήμης και Τεχνολογίας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.