ΑΠΟΨΕΙΣ

Η Βόρεια Μακεδονία, η Ε.Ε. κι εμείς

Ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής είναι πολύ καλός στην ανάλυση της διεθνούς σκακιέρας. Αναγνωρίζοντας τα σημάδια του κινδύνου από μια ολοένα πιο επικίνδυνη Τουρκία, μια συννεφιασμένη βαλκανική γειτονιά, μια εσωστρεφή και διστακτική Ευρωπαϊκή Ενωση και την παραδοσιακή υπερδύναμη, τις ΗΠΑ, να εμφανίζεται απρόβλεπτη υπό τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, προειδοποίησε –παραμονές της εθνικής επετείου– ότι η Ελλάδα πρέπει να επιδείξει αποφασιστικότητα και τόλμη για να αντιμετωπίσει με συγκροτημένες πολιτικές τις μεγάλες προκλήσεις με τις οποίες βρίσκεται αντιμέτωπη.

Μια καλή ευκαιρία είναι η περίπτωση της Βόρειας Μακεδονίας. Η περιγραφή των Δυτικών Βαλκανίων ως «μαύρη τρύπα της Ευρώπης» είναι κοινή και το ζήτημα είναι τι μπορεί να κάνει η Ελλάδα, ως γειτονική χώρα με άμεσο γεωπολιτικό αλλά και οικονομικό ενδιαφέρον, για να ενθαρρύνει τη σταθερότητα και την ανάπτυξη της γειτονιάς της. Ενας διπλωμάτης από τα Δυτικά Βαλκάνια πρόσφερε μια ιδέα, μιλώντας στην «Καθημερινή» της Κυριακής: «Γιατί να μην πάρει τώρα μια πρωτοβουλία η ελληνική πλευρά, που από το 2003 φιλοδοξούσε να γίνει ο μηχανοδηγός του βαλκανικού “τρένου” προς την Ευρώπη;».

Σύμφωνα με το σκεπτικό του, μετά το «όχι» της Γαλλίας στην έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Βόρειας Μακεδονίας και της Αλβανίας, μια πρωτοβουλία της Αθήνας για εκ νέου συζήτηση του αιτήματος των δύο χωρών το αμέσως επόμενο διάστημα στα όργανα της Ε.Ε. «θα ανέβαζε κατακόρυφα το κύρος της Ελλάδας» και θα την αναδείκνυε σε σημαντικό ευρωπαϊκό παίκτη στη βαλκανική σκακιέρα.

Η Ελλάδα έχει πολλούς λόγους να επιθυμεί τη σταθεροποίηση της περιοχής. Η συμφωνία των Πρεσπών ήταν ένας επώδυνος συμβιβασμός για τους περισσότερους Ελληνες, αλλά η υπογραφή της ανοίγει μια νέα σελίδα στις διμερείς σχέσεις: Η χώρα μας μπορεί πλέον να είναι «η στρατηγική εταίρος της Βόρειας Μακεδονίας», όπως το έχει θέσει ο ίδιος ο πρωθυπουργός της, Ζόραν Ζάεφ. Αλλά και σε διεθνές επίπεδο, επιλύοντας το ζήτημα της ονομασίας και ανοίγοντας το πράσινο φως για την ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ, η Ελλάδα αναδεικνύεται «από μέρος του προβλήματος σε μέρος της λύσης», σύμφωνα με Αμερικανούς διπλωμάτες, οι οποίοι αναζητούν ευκαιρίες να επιβραβεύσουν τη χώρα μας.  Ο ίδιος ο στρατηγικός διάλογος με τις ΗΠΑ είναι συνέπεια αυτής της αναγνώρισης. Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα έχει σήμερα τη δυνατότητα να κεφαλαιοποιήσει διπλωματικά και να επεκτείνει τη σημαντική οικονομική επιρροή της στη γειτονική χώρα, όπου δραστηριοποιούνται πολλές και μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις.

H συμφωνία των Πρεσπών απειλείται όμως –και μαζί οι οικονομικές προοπτικές της περιοχής, για την οποία η Θεσσαλονίκη και ευρύτερα η Μακεδονία φιλοδοξεί να αποτελέσει τον εμπορικό, ενεργειακό και οικονομικό κόμβο– αν τα Δυτικά Βαλκάνια οπισθοχωρήσουν στις εθνικιστικές βλέψεις τους, υποκύπτοντας στις σειρήνες σκοτεινών κέντρων και περιφερειακών δυνάμεων με φιλοδοξίες κακόβουλης επιρροής. Γι’ αυτό και ο πρώην πρωθυπουργός κάλεσε τη χώρα να υιοθετήσει και να εφαρμόσει πλήρως ευρωπαϊκή συμπεριφορά. Οπως τόνισε ο κ. Καραμανλής, «δεν μπορεί να υπόσχεσαι ευρωπαϊκή συμπεριφορά μόνο υπό το δέλεαρ της ένταξης στην Ε.Ε. και στην οποιαδήποτε καθυστέρηση να επαπειλούνται υπαναχωρήσεις».

Αφορμή, βέβαια, ήταν η προειδοποίηση του Ζόραν Ζάεφ ότι το «όχι» μπορεί να «παγώσει» μέρος της συμφωνίας των Πρεσπών. Ο ίδιος ξεκαθάρισε αργότερα πως η εφαρμογή της συμφωνίας των Πρεσπών «θα εφαρμοσθεί μέχρι τέλους». Το πρόβλημα όμως δεν είναι ο Ζάεφ, αλλά η εθνικιστική αντιπολίτευση. Αν η Ε.Ε. δεν αλλάξει γνώμη μέχρι τις εκλογές του Απριλίου στη Βόρεια Μακεδονία, απειλείται με κατάρρευση όλη η πρόοδος των τελευταίων ετών. Στην περίπτωση της Τουρκίας, είχε προσφερθεί η τελωνειακή ένωση με την Ε.Ε. ως ένα πρώτο βήμα. Τα Δυτικά Βαλκάνια, και ιδιαίτερα η Βόρεια Μακεδονία, αξίζουν τουλάχιστον αυτό. Μια τελωνειακή ένωση θα είχε σημαντικά οικονομικά οφέλη για την περιοχή και την Ελλάδα, ενώ θα διατηρούσε ζωντανές τις ενταξιακές βλέψεις και θα έδινε ένα διαπραγματευτικό όπλο στη φαρέτρα του Ζόραν Ζάεφ.

Οταν η περιοχή απειλείται με πισωγύρισμα στην αστάθεια και την παρακμή, είναι ώρα για την Ελλάδα, η οποία έχει επενδύσει διπλωματικό, πολιτικό και οικονομικό κεφάλαιο στη Βόρεια Μακεδονία, να αναλάβει πρωτοβουλίες προκειμένου να εξασφαλίσει τα συμφέροντά της στην περιοχή και, εν τέλει, τη δική της εθνική ασφάλεια και οικονομική προοπτική.

* Η Κατερίνα Σώκου είναι Nonresident Senior Fellow στο Atlantic Council.