ΑΠΟΨΕΙΣ

Η Ελλάδα να ηγηθεί ξανά στην ευρωπαϊκή προοπτική των Βαλκανίων

Η ιστορία της εξωτερικής πολιτικής της χώρας μας είναι μια λιτανεία στρατηγικών επιτυχιών και χαμένων ευκαιριών. Το ίδιο ισχύει και για την εξωτερική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οι δικές μας αποτυχίες πηγάζουν από τον τοξικό συνδυασμό λαϊκισμού και φόβου του πολιτικού κόστους. Οι αποτυχίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης συνιστούν συνήθως αποτέλεσμα απόκλισης εθνικών συμφερόντων μεταξύ των μελών της.

Υπό την πίεση της Γαλλίας, το πρόσφατο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αρνήθηκε να ξεκινήσει ενταξιακές διαπραγματεύσεις για τη Βόρεια Μακεδονία και την Αλβανία. Οι δύο χώρες είχαν κάνει όσα τους ζητήθηκαν, όπως αναγνώρισε η Ευρωπαϊκή Ενωση.

Η κυβέρνηση του Ζόραν Ζάεφ ιδίως, με τη συμφωνία των Πρεσπών, επωμίστηκε βαρύ πολιτικό κόστος αλλαγής του συντάγματος και της ονομασίας της χώρας, αποδεχόμενη συμβιβασμούς που την άφησαν έκθετη σε κατηγορίες εθνικής μειοδοσίας από τους εκεί εθνικιστές.

Οι υποχωρήσεις Ζάεφ δικαιολογήθηκαν ως το τίμημα της πολυπόθητης ένταξης στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Ομως στην τελευταία Σύνοδο Κορυφής, η Ευρώπη μεταχειρίστηκε τον κ. Ζάεφ με συνέπεια και αξιοπιστία εφάμιλλη εκείνης που επέδειξε ο κ. Ντόναλντ Τραμπ προς τους συμμάχους Κούρδους της Συρίας.

Δεν είναι βέβαια αμελητέες οι ενστάσεις του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν, του μόνου Ευρωπαίου ηγέτη με κάποιο στρατηγικό όραμα για την Ευρωπαϊκή Ενωση, έστω κι αν αυτό συναρτάται αυτονοήτως με τα γαλλικά συμφέροντα.

Η «ευρωπαϊκή κυριαρχία», η «στρατηγική αυτονομία» προϋποθέτουν μια Ευρωπαϊκή Ενωση που έχει προχωρήσει σε επαρκή εμβάθυνση της ενοποίησης στο εσωτερικό της, πριν δεχτεί νέα κράτη-μέλη που αυξάνουν την ετερογένεια και ελαττώνουν τον κοινό παρονομαστή.

Δεν είναι αβάσιμο το επιχείρημα Μακρόν ότι η ένταξη νέων κρατών από τα Δυτικά Βαλκάνια θα κινδύνευε, αντί να εξαγάγει σταθερότητα, να εισαγάγει αστάθεια και κακή διακυβέρνηση στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Ομως ο αποκλεισμός τους πλήττει σοβαρά το διεθνές κύρος της Ε.Ε. Η ευρωπαϊκή ισχύς δεν έρχεται χωρίς κόστος και ρίσκο. Και η ευρωπαϊκή απροθυμία αφήνει ένα κενό που άλλες δυνάμεις (Ρωσία, Κίνα, Τουρκία) σπεύδουν ήδη να καλύψουν.

Κάποιοι στη χώρα μας έσπευσαν να θριαμβολογήσουν – αντίδραση αντίστοιχης σοφίας με το να πανηγυρίζεις ότι έπιασε φωτιά το σπίτι του αντιπαθητικού γείτονα που είναι μεσοτοιχία με το δικό σου. Κάποιοι εδώ βλέπουν την αρνητική αυτή έκβαση ως ευκαιρία να ακυρωθεί η μισητή συμφωνία των Πρεσπών.

Η αταβιστική αυτή προσέγγιση αδυνατεί να κατανοήσει ότι είμαστε πλέον σε μια νέα ισορροπία, που επιτάσσει τη διάσωση των όσων θετικών για την Ελλάδα κεκτημένων της συμφωνίας των Πρεσπών. Μια ακύρωση των Πρεσπών (μέσω αμοιβαίας αδράνειας παρά ρητής επιλογής) θα απελευθέρωνε διαλυτικές δυνάμεις στη γειτονική χώρα, σε μια περιοχή όπου κινητοποιούνται τόσο ο αλβανικός αλυτρωτισμός όσο και ο ερντογανικός επεκτατισμός.

Εκ των πραγμάτων, ο Ζάεφ είναι ο αναγκαίος εταίρος που η Ελλάδα έχει κάθε συμφέρον να ενισχύσει, ενόψει των εκλογών του Απριλίου 2020 στη γειτονική χώρα. Μια εκλογική ήττα του Ζάεφ θα έφερνε στην εξουσία τους εθνικιστές, οδηγώντας σε συνολική επιδείνωση τις σχέσεις της Βόρειας Μακεδονίας με την Ελλάδα και αποσταθεροποιώντας την περιοχή. Αμεσος κίνδυνος είναι μια νέα εθνικιστική κυβέρνηση στα Σκόπια να «παγώσει» την υλοποίηση των Πρεσπών, να καθυστερήσει τις διαδικασίες εδραίωσης της erga omnes σύνθετης ονομασίας, αφήνοντας το γειτονικό κράτος να οικειοποιείται την ιστορική κληρονομιά της Μακεδονίας.

Στην Ατζέντα της Θεσσαλονίκης του 2003, η Ευρωπαϊκή Ενωση δρομολόγησε την πορεία ένταξης των βαλκανικών κρατών, εφόσον πληρούν τα κριτήρια. Η στρατηγική της Ελλάδας ήταν πάντοτε να χρησιμοποιεί την Ε.Ε. ως μοχλό πίεσης στις γειτονικές χώρες, για να εδραιώσουν σχέσεις καλής γειτονίας με τη χώρα μας. Ως η πλέον ανεπτυγμένη οικονομία στην περιοχή και μέλος του ισχυρότερου πολιτικού κλαμπ, η Ελλάδα έχει πολλά να κερδίσει από την ευρωπαϊκή πορεία των Βαλκανίων. Το «πάγωμα» της ενταξιακής προοπτικής αποδυναμώνει αυτά τα οφέλη.

Η διατήρηση μιας βιώσιμης ευρωπαϊκής προοπτικής για τα Δυτικά Βαλκάνια είναι η κατεξοχήν στρατηγική που εξασφαλίζει περιφερειακή σταθερότητα και ελληνική επιρροή. Είναι επείγον και επιτακτικό η Ελλάδα να αναλάβει ξανά πρωταγωνιστικό ρόλο. Να υπερασπιστεί την ενταξιακή πορεία των Δυτικών Βαλκανίων, να υποστηρίξει τη σταθερότητα στη Βόρεια Μακεδονία και να αποτρέψει εξελίξεις που θα έφερναν στην εξουσία των Σκοπίων αμετανόητους εθνικιστές.

*  Ο κ. Γιώργος Παγουλάτος είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, επισκέπτης καθηγητής στο Κολέγιο της Ευρώπης, γενικός διευθυντής του ΕΛΙΑΜΕΠ.