ΑΠΟΨΕΙΣ

Περί εξαιρέσεως μελών Επιτροπής της Βουλής

Α. 1. Μετά την ισχύ του Ν. 3346/2005, έχει επέλθει σχεδόν πλήρης εξομοίωση προανακρίσεως και προκαταρκτικής εξετάσεως. Κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξετάσεως, είναι επιτρεπτή και δυνατή η χρήση όλων των αποδεικτικών μέσων του άρθρου 178 ΚΠοινΔ και όλων των ανακριτικών πράξεων που προβλέπονται στον ίδιο Κώδικα από τα άρθρα 251 επ., εκτός από εκείνες που δεν συμβιβάζονται με τη φύση της προκαταρκτικής εξέτασης, όπως π.χ. απολογία κατηγορουμένου.

Εξάλλου, στην προκαταρκτική εξέταση δεν υπάρχει κατηγορούμενος, αλλά ύποπτος, ο οποίος έχει όλα τα δικαιώματα που αναγράφονται στο άρθρο 31 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, τα οποία αντιστοιχούν σχεδόν πλήρως στα δικαιώματα που έχει ο κατηγορούμενος κατά την προανάκριση, αναφέρονται στα άρθρα 96 επ. του ρηθέντος Κώδικα, και αποτελούν το θεμέλιο για την υπεράσπισή του (δικαίωμα να ζητήσει να χορηγηθούν αντίγραφα της δικογραφίας, να ζητήσει προθεσμία, να διορίσει συνήγορο, να προτείνει μάρτυρες κ.λπ.). Ο ύποπτος δεν απολογείται. Απλώς παρέχει εξηγήσεις.

Ενόψει των ανωτέρω, και ειδικότερα του γεγονότος ότι με το άρθρο 31 παρ. 2 προσδιορίζονται με σαφήνεια αλλά και περιοριστικά, τα δικαιώματα που έχει ο «ύποπτος», είναι προφανές ότι δεν μπορεί να έχει και να ασκήσει άλλα, πλην των ανωτέρω, δικαιώματα, τα οποία ενδεχομένως έχει ο κατηγορούμενος.

Εάν ήθελε ο νομοθέτης να έχει ο «ύποπτος» όλα τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, θα ανέγραφε τούτο ρητώς στο άρθρο 3 και δεν θα ήταν αναγκαία η περιπτωσιολογική αναγραφή των δικαιωμάτων, που μπορεί να ασκήσει ο ύποπτος.

Τούτο σημαίνει ότι, εκτός των ρητώς, στο άρθρο 31 παρ. 2, αναγραφομένων δικαιωμάτων, ο ύποπτος δεν έχει όλα τα δικαιώματα που έχει ο κατηγορούμενος, ως διάδικος, επειδή ακριβώς δεν έχει θέση διαδίκου.

2. Μεταξύ των δικαιωμάτων που έχει ο κατηγορούμενος είναι και εκείνο που προβλέπεται από τα άρθρα 16 παρ. 1 και 15 του ΚΠοινΔ, ήτοι να ζητήσει την εξαίρεση των δικαστικών προσώπων, επειδή προκάλεσαν ή προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας. Το δικαίωμα όμως αυτό, το άρθρο 31 παρ. 2 δεν το επιφυλάσσει και για τον «ύποπτο».

Τούτο σημαίνει ότι ο «ύποπτος», ελλείψει ρητής πρόβλεψης στο άρθρο 31 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, δεν νομιμοποιείται να ζητήσει, για τον ρηθέντα λόγο, την εξαίρεση δικαστικών προσώπων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι προανακριτικοί υπάλληλοι, αφού τέτοιο αίτημα δεν έχει νόμιμο έρεισμα.
Εάν, εξάλλου, καταθέσει τέτοια αίτηση, αυτή θα είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Ενόψει όλων των ανωτέρω και του γεγονότος ότι τα μέλη της προκαταρκτικής επιτροπής που συνεστήθη από τη Βουλή, για την έρευνα σε βάρος αναπληρωτή υπουργού, ως υπόπτου τελέσεως ηθικής αυτουργίας σε έγκλημα καταχρήσεως εξουσίας, είναι προφανές ότι η υπ’ αυτού κατατεθείσα αίτηση, για εξαίρεση τριών μελών της ανωτέρω Επιτροπής, με την αιτιολογία ότι υπάρχουν υπόνοιες μεροληψίας, επειδή περιλαμβάνονται μεταξύ των προσώπων που κατέθεσαν την πρόταση κατηγορίας, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Eξάλλου είναι αναγκαίο να επισημανθεί ότι για τους ίδιους λόγους, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη και η αίτηση του πρώην αναπληρωτή υπουργού, περί ανακλήσεως της αποφάσεως της ρηθείσης Επιτροπής, με την οποία εξαιρέθηκαν δύο μέλη της Επιτροπής, επειδή συνέτρεχαν λόγοι αποκλεισμού τους.

Β. Από τον συνδυασμό των άρθρων 154, 155, 156 και 157 του Κανονισμού της Βουλής, προκύπτουν τα ακόλουθα:

1. Οι τριάντα βουλευτές που καταθέτουν πρόταση κατηγορίας κατά υπουργού, δεν αποκλείονται από την άσκηση του δικαιώματος ψηφοφορίας στη Βουλή, για τη συγκρότηση προκαταρκτικής επιτροπής. Αποκλείεται από την ψηφοφορία, μόνον εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η κατηγορία, εφ’ όσον είναι βουλευτής.

2. Οι τριάντα βουλευτές που κατέθεσαν την, κατά τα ως άνω, πρόταση, μπορούν να διορισθούν μέλη της συσταθείσης προκαταρκτικής επιτροπής, και δεν υπάρχει λόγος αποκλεισμού ή εξαιρέσεώς τους, εκ του λόγου ότι κατέθεσαν την πρόταση κατηγορίας, και

3. Τα μέλη της συσταθείσης προκαταρκτικής επιτροπής δεν αποκλείονται από την άσκηση του δικαιώματος ψηφοφορίας στη Βουλή, κατά τη συζήτηση, μετά τη σύνταξη και παράδοση του πορίσματός τους, για την παραπομπή ή μη σε δίκη, των προσώπων που εισηγείται με το πόρισμά της η Επιτροπή.
Από τα ανωτέρω, προκύπτει ότι ούτε στον Κανονισμό της Βουλής υπάρχει έρεισμα, για την τυπική παραδοχή της αιτήσεως του τέως αναπληρωτή υπουργού Δικαιοσύνης, περί εξαιρέσεως των τριών μελών της προκαταρκτικής επιτροπής που συγκροτήθηκε από τη Βουλή, για να ερευνήσει τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας περί τελέσεως υπ’ αυτού, του εγκλήματος της καταχρήσεως εξουσίας.

* Εισαγγελέας Αρείου Πάγου ε.τ.