ΑΠΟΨΕΙΣ

Παγίδες του χθες, προκλήσεις του μέλλοντος

Δεν ευθύνονται μόνο τα δέκα χρόνια της κρίσης για το γεγονός ότι η χώρα μας είναι παγιδευμένη σε νοοτροπίες και συμπεριφορές του παρελθόντος, την ώρα που ο κόσμος αλλάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα και, είτε το θέλουμε είτε όχι, θα μας συμπαρασύρει. Και πριν από την κρίση και σήμερα, το κύριο θέμα των περισσότερων δημοσίων συζητήσεων ήταν οι συντάξεις και οι φόροι. Ασφαλώς, αυτό είναι αναπόφευκτο, από τη στιγμή που ένας στους τέσσερις Ελληνες είναι πάνω από 60 χρόνων και πολλοί συνταξιοδοτήθηκαν πρόωρα, όταν το 60% των μισθωτών βρίσκεται κάτω από το φορολογικό όριο, με αποτέλεσμα ελάχιστοι να σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος των φόρων. Δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από τα τραύματα της δεκαετίας του ’70, με την ανάμνηση της δικτατορίας και την πάντα απειλητική Τουρκία. Αυτό που οφείλουμε να κάνουμε, όμως, είναι να σκεφτούμε και το μέλλον, να δούμε πώς θα χρησιμοποιήσουμε την τεχνολογία για να λύσουμε προβλήματα που σήμερα μοιάζουν άλυτα, να εξασφαλίσουμε χρήσιμες συμμαχίες στη ρευστή σκακιέρα της διεθνούς πολιτικής, να φανταστούμε μια οικονομία διαφορετική από τη σημερινή.

Είναι ώρα να δούμε πώς θα εκμεταλλευθούμε τις προοπτικές που ανοίγονται, παρά να εξαντλούμε τις δυνάμεις μας στην προσπάθεια να παραμείνουμε ακίνητοι. Το θέμα ξεπερνάει τη σημερινή πολιτική συγκυρία και δεν αφορά μόνο τους Ελληνες πολιτικούς. Είναι διεθνές φαινόμενο να μη βλέπουμε τι έρχεται, σε κάποιες χώρες περισσότερο, σε άλλες λιγότερο. Παρατηρώντας την οπισθοδρόμηση της πολιτικής στις ΗΠΑ και το επίπεδο της διαχείρισης του Brexit, καταλαβαίνουμε ότι ουδεμία χώρα εξαιρείται από τον κίνδυνο η πολιτική της τάξη να παγιδεύεται σε ανώφελες, αναχρονιστικές διενέξεις και να αγνοεί τις πραγματικές απειλές και το κόστος αυτής της απερισκεψίας. Επίσης, και στις ισχυρότερες ευρωπαϊκές χώρες οι ηγεσίες προσπαθούν να διαχειριστούν την καθημερινότητα και δεν φαίνεται να διαμορφώνουν στρατηγική για το μέλλον της Ε.Ε. Συμπεριφέρονται σαν να βρισκόμαστε ακόμη στην εποχή πριν από την εισβολή της τεχνολογίας σε κάθε σπιθαμή της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής. Σαν να μην κινδυνεύουμε από δυνάμεις που ουδείς ελέγχει, είτε είναι κράτη που επηρεάζουν την πολιτική σε άλλες χώρες, είτε είναι εταιρείες που αγοράζουν και πωλούν τους ίδιους τους πελάτες τους (μεταφορικώς, τουλάχιστον) – τα προσωπικά τους δεδομένα, την καταναλωτική τους συμπεριφορά, κ.ά. Παθιαζόμαστε με σημαίες την ώρα που υποσκάπτεται το έδαφος στο οποίο στεκόμαστε. Η τεχνητή νοημοσύνη, σε συνδυασμό με κάμερες και GPS παντού, έχουν τη δυνατότητα να μας παρακολουθούν όλους όλη την ώρα. Ηδη, με τη διασπορά ψεμάτων στα μέσα ενημέρωσης και τα κοινωνικά δίκτυα, βλέπουμε πόσο εύκολα οι άνθρωποι πιστεύουν αυτά που θέλουν να πιστεύουν, χωρίς να τους ενδιαφέρει η αλήθεια.

Η δημόσια συζήτηση, λοιπόν, οφείλει να ξεφύγει από το ποιος σηκώνει τη σημαία στην παρέλαση, ποιος συμμετέχει στην πορεία/διαδήλωση, πόσο θα κοπούν ή θα αυξηθούν οι συντάξεις, κ.λπ. Οχι ότι αυτά τα ζητήματα δεν είναι σοβαρά, αλλά δεν είναι τα μόνα που πρέπει να μας απασχολούν. Πέρα από τους αναδυόμενους κινδύνους που αναφέραμε, πρέπει να δούμε εάν οι αλλαγές μπορούν να μας βοηθήσουν. Οταν το 2050 οι άνθρωποι άνω των 60 χρόνων στη χώρα μας θα αποτελούν το 41,6% του πληθυσμού (σύμφωνα με έκθεση του ΟΗΕ του 2017), για ποιες συντάξεις συζητάμε σήμερα; Ποιοι θα εργάζονται με τόσο παραγωγικό τρόπο ώστε να σηκώνουν το βάρος των συντάξεων και της φροντίδας αυτών των ανθρώπων; Θα μένει τίποτα για τους ίδιους για να ζήσουν, για να αναθρέψουν παιδιά και να δημιουργήσουν πλούτο, για να συνταξιοδοτηθούν; Μόνο μια ριζική αλλαγή νοοτροπίας μπορεί να μας σώσει. Από τώρα έπρεπε να διαμορφώνουμε το εκπαιδευτικό, οικονομικό και θεσμικό πλαίσιο για να μπορούν οι νέοι να εξοικειωθούν με τα ρομπότ, την τεχνητή νοημοσύνη, τη σύνδεση των πάντων. Να εκμεταλλευθούν τις ευκαιρίες εγκαίρως για να αναπληρωθούν οι εργαζόμενοι που δεν θα υπάρχουν, για να λυθούν προβλήματα που σήμερα φαίνονται άλυτα. Για να μας ευνοήσουν οι αλλαγές και οι προκλήσεις που σήμερα μας τρομάζουν.