ΑΠΟΨΕΙΣ

Ελληνικός ρεαλισμός(;)

Συνηθίζεται τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα να τοποθετείται από όλους τους σοβαρούς αναλυτές στο γεωπολιτικό επίκεντρο πολλαπλών κρίσεων. Οι κρίσεις αυτές περιλαμβάνουν την αβεβαιότητα στα Δυτικά Βαλκάνια, την άνοδο της Τουρκίας ως νέας περιφερειακής δύναμης με ό,τι συνεπάγεται αυτό για την ισορροπία στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, την πρακτική αλλαγή του χάρτη στη Μέση Ανατολή, την αναταραχή στη Λιβύη, το προσφυγικό και, τελευταία, αλλά όχι λιγότερο σημαντική, την ανάγκη ανάκτησης του χαμένου οικονομικού εδάφους. Η Ελλάδα ορθότατα επένδυσε τα τελευταία 45 χρόνια στις συμμαχίες της με τις ΗΠΑ και την Ε.Ε. Για την Ελλάδα η Δύση αποτελεί μονόδρομο για πολλούς και διάφορους λόγους, κυρίως ιστορικούς. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια γίνεται σαφές ότι αυτές οι διασφαλίσεις είναι υπό αμφισβήτηση.

Ο 21ος αιώνας θα είναι ο πρώτος μη ευρωπαϊκός, μη δυτικός αιώνας και αυτό σε γενικές γραμμές αποτελεί κοσμογονική αλλαγή εκ των πραγμάτων. Το βασικό πρόβλημα δεν εντοπίζεται τόσο στη γεωπολιτική διάσταση του πράγματος, όσο στην εγγενή αδυναμία των ελληνικών ελίτ των τελευταίων δεκαετιών, στην ανάγνωση των συνθηκών και στην κατάρτιση εθνικών σχεδίων. Η ανάθεση σε τρίτους, και δη στην Ε.Ε. και στις ΗΠΑ, της εθνικής ασφάλειας μετατράπηκε σε συνήθεια. Κάτι σαν πάρεργο της εκάστοτε κυβέρνησης. Η διπλωματική συνήθεια της απαρίθμησης των οργανισμών και των συμμαχιών των οποίων η Ελλάδα είναι πιστό μέλος αποτελεί ένα «μάντρα», το οποίο, δυστυχώς, υποκρύπτει κάτι εξαιρετικά ανησυχητικό: την πλήρη απουσία στρατηγικής εθνικής ασφάλειας.

Η πολυετής επανάπαυση αλλοίωσε τον ορθολογισμό και τον ρεαλισμό και οδήγησε σε δύο σχολές: εκείνης του κατευνασμού και της απολύτως ανορθολογικής και περιθωριακής κουλτούρας της επιθετικότητας, η οποία, δεν εδράζεται σε κανένα πραγματικό στοιχείο. Ενδιάμεσα υπάρχουν λίγα πράγματα. Ελάχιστη αυθεντική σκέψη και μια φοβία για άλματα προς τα εμπρός. Στην πραγματικότητα εκείνο που λείπει, αλλά απαιτείται στον ανώτατο βαθμό, είναι μια ρεαλιστική, επαγγελματική αντιμετώπιση των συνθηκών. Υπάρχουν δείγματα συγκρότησης μιας τέτοιας στρατηγικής, αλλά απαιτούνται ακόμη ταχύτερα βήματα. Η νέα στρατηγική θα πρέπει να είναι συμπαγής και απογυμνωμένη από ιδεολογικές τριβές, οι οποίες όχι απλά δεν προσφέρουν τίποτα στη σχετική συζήτηση, αλλά αποπροσανατολίζουν από προκλήσεις που είναι πολύ πραγματικές, πολύ ορατές.