ΑΠΟΨΕΙΣ

Κώστας Μπακογιάννης: Γκοθ

gkat_20_2112_page_1_image_0001

Η απόλαυση δεν κρύβεται. Αυτοί που σκηνοθέτησαν τους εαυτούς τους στην πυρπόληση του δέντρου των Εξαρχείων και ανήρτησαν τα βιντεοσκοπημένα πειστήρια στο YouTube –με σάουντρακ μια κάπως γκοθ διασκευή από τις ουκρανικές καμπάνες– δεν καθοδηγούνται τάχα από την οργή τους. Δεν είναι αλλόφρονες βάνδαλοι. Είναι Ηρωστρατούληδες. Καίνε για να υπάρχουν.

Θα πει κανείς, τι ψάχνει τώρα ο δήμαρχος; Δεν ήταν και ο δικός του σκοπός προπαγανδιστικός; Δεν ήθελε, άραγε, κι αυτός να δείξει ότι η αισθητική της κανονικότητας μπορεί –όπως το λένε στη γλώσσα τους– να «αποικίσει» την πλατεία που μέχρι προχθές λογιζόταν «αυτόνομη»; Δεν είχε προβλέψει ότι αυτό, το καθωσπρέπει, δεντράκι θα «του» το κάψουν, προτού περάσουν είκοσι τέσσερις ώρες; Η πολιτική δεν γίνεται με δεντράκια.

Και όμως. Ο δήμος δεν έχει την πολυτέλεια να περιμένει πότε θα αλλάξουν όλα, για να αρχίσει να πλένει τα πεζοδρόμια. Δεν έχει την πολυτέλεια να περιμένει πότε θα εκριζωθεί η υποκουλτούρα των Εξαρχείων, για να αρχίσει να περιλαμβάνει τη γειτονιά στον εορταστικό στολισμό. Η κατηγορία για ρηχούς συμβολισμούς δεν βαραίνει εκείνον, περισσότερο απ’ ό,τι χαρακτηρίζει τους εμπρηστές, που δίνουν σε ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο αξία τοτέμ.

Ο δήμαρχος είναι γι’ αυτά: Για τα σημαντικότερα από τα ασήμαντα. Για τα σκουπίδια και τα στολίδια. Εξ ου και ο Μπακογιάννης επένδυσε τόση ενέργεια –και τόσον μιντιακό χρόνο– στον πρώτο του στολισμό.

Βγαίνοντας από μια δεκαετία παρακμής και κατά τόπους ερήμωσης –όπου, εκτός από την εγχώρια κρίση, έπρεπε να μεταβολιστεί και η εισαγόμενη δυστυχία– το αθηναϊκό κέντρο έχει ανάγκη από φώτα.

Οι φωνές που ελεεινολογούν τα λαμπιόνια, επειδή φωτίζουν μια χαοτική και άσχημη πόλη, επειδή στεφανώνουν κυκλοφοριακά εμφράγματα και χρόνιες αισθητικές πληγές, καταλήγουν να συνηγορούν υπέρ της καθήλωσης στη μιζέρια. Ναι, τα λαμπιόνια δεν φέρνουν την ευτυχία. Αλλά δεν την εμποδίζουν κιόλας.

Ισως το πιο παρήγορο απ’ όσα συνέβησαν στην Αθήνα τις τελευταίες ημέρες ήταν η διαμάχη για τα φώτα. Η διαμάχη για το ποιος και πώς θα διαχειρίζεται τον προσωρινό καλλωπισμό του δημόσιου χώρου. Ηταν ένας μικροδιχασμός πολυτελείας, παρήγορος ακριβώς γι’ αυτό: Επειδή σηματοδοτούσε ότι υπάρχει πια η άνεση να συζητάμε για τα «περιττά».

Σαν τζεντάι της μεταφυσικής των περιττών, ο δήμαρχος αναζήτησε στα Εξάρχεια το «φως που νικάει το σκοτάδι» και «την αγάπη που νικάει το μίσος».

Το δίλημμα είναι πιο πεζό. Και πολύ πιο εύκολο: Με τα φώτα ή με τις φωτιές; Με τα δέντρα που φωτίζονται ή με τα δέντρα που καίγονται;

Ο καλλωπισμός είναι κάτι. Ο χουλιγκανισμός δεν είναι τίποτε.