ΑΠΟΨΕΙΣ

O Nαρουφέλ και το χέρι του

Η ιστορία είναι ασυνήθιστη. Οχι μόνο γιατί δεν μπορεί να σκεφτεί κανείς το χέρι του, αποκομμένο, να έχει ανεξάρτητη ζωή από το υπόλοιπο σώμα του αλλά γιατί χρειάζεται ισχυρή δόση φαντασίας και, ενδεχομένως, ρομαντισμού για να συνεχίσει να πορεύεται στη ζωή με περισσότερο κουράγιο και τόλμη από την εποχή που ήταν αρτιμελής. Το βραβευμένο γαλλικό animation «Εχασα το σώμα μου» του Ζερεμί Κλαπέν, που προβάλλεται στο Netflix, έχει δύο πρωταγωνιστές: τον νεαρό Ναρουφέλ και το κομμένο, σε εργατικό ατύχημα, χέρι του. Ο Ναρουφέλ ένα αδύνατο αγόρι με μεγάλα γυαλιά, ευαίσθητο και όμορφο πρόσωπο και το χέρι του, από τον καρπό και κάτω, να περιπλανιέται σαν ένα άλλο σώμα, χαμένο και επιφυλακτικό, στους δρόμους του Παρισιού. Βασισμένο σε ένα βιβλίο του Γκιγιόμ Λοράν, σεναριογράφου του Ζαν Πιερ Ζενέ σε ταινίες όπως «Η πόλη των χαμένων παιδιών» ή την «Αμελί», το φιλμ του Κλαπέν ξεκινάει με το ατύχημα του Ναρουφέλ, με ηλεκτρικό πριόνι, την ώρα που επεξεργάζεται μια σανίδα σε ξυλουργείο. Το κομμένο του μέλος ξυπνάει στο ψυγείο ενός νοσοκομείου αποφασισμένο να γυρίσει πίσω στο σπίτι και να ενωθεί με το υπόλοιπο σώμα του. Μοιάζει μακάβριο αλλά δεν είναι.

Εξαρχής το χέρι χαράσσει τη δική του διαδρομή. Η επιθυμία του να φτάσει εκεί όπου ανήκει, είναι σαφής, αλλά και η περιπέτεια που θα ζήσει είναι σχεδόν δεδομένη. Παράλληλα παρακολουθούμε και τη ζωή του Ναρουφέλ, με φλας μπακ που φτάνουν μέχρι την ευτυχισμένη παιδική ηλικία του, όταν ζούσαν οι γονείς του (η μητέρα μουσικός). Ο νεαρός, αραβικής καταγωγής, προσπαθεί να επιβιώσει κάνοντας διάφορες δουλειές του ποδαριού, ερωτεύεται μια κοπέλα που εργάζεται σε βιβλιοθήκη, η σχέση τους τρυφερή, εφηβική, παραμένει πλατωνική.

Το βίαια «αποσπασμένο» μέλος έχει «προσωπικότητα». Την ευφυΐα να αποφεύγει τους κινδύνους στους υπονόμους του Παρισιού, την αισθητική να απολαμβάνει τη θέα από τις ταράτσες, το συναίσθημα να αποζητά το άγγιγμα ενός μωρού.

Ο θεατής δεν παρακολουθεί μια τραγική αλλά μια παράδοξη συνθήκη. «Ταυτίζεται» με το χέρι, θέλει να βρει τον προορισμό του, ανησυχεί για τον Ναρουφέλ, αυτός ο αποχωρισμός είναι θλιβερός, αλλά δεν πρόκειται, ακριβώς, για απώλεια. Σιγά σιγά συνηθίζει, ο θεατής, στην ιδέα ότι μπορεί και να πρόκειται για δυο ανεξάρτητες ζωές που μπορούν να επιβιώσουν μέσα από μνήμες και επιθυμίες. Ο νεαρός γίνεται παράτολμος, επιχειρεί άλματα που ως αρτιμελής απλώς τα ονειρευόταν. Αλλά όταν χάνεις κάτι πολύτιμο, λες και οι αντιστάσεις μειώνονται, η ανάγκη αυτοπροστασίας περιορίζεται. Ο θάνατος και η ζωή φλερτάρουν γνωρίζοντας ότι αυτό, ως ειδύλλιο, δεν πρόκειται ποτέ να ευοδωθεί.

Με ένα δικό μας, παράτολμο, άλμα αφήνουμε τον κόσμο της κινηματογραφικής τέχνης, που μπορεί εκ του ασφαλούς να προσφέρει –και ευτυχώς– πολλές επιλογές και διαδρομές και στρεφόμαστε στην πραγματικότητα. Αυτές τις ημέρες προβάλλεται ένα ελληνικό ντοκιμαντέρ του Μαρκ Γκαστίν με τίτλο «Μέχρι τη θάλασσα». Ο έμπειρος σκηνοθέτης παρακολουθεί ασθενείς που νοσηλεύονται έπειτα από σοβαρά ατυχήματα, στην κλινική Φυσικής Αποκατάστασης του ΚΑΤ, προσπαθώντας να σταθούν ξανά στα πόδια τους ή, έστω, να επανακτήσουν την αυτονομία τους.

«Πριν από χρόνια, βρέθηκα ο ίδιος για δυο μήνες σ’ ένα θάλαμο του ΚΑΤ», αναφέρει στο σημείωμά του ο Μαρκ Γκαστίν. «Ηταν μία από τις πιο έντονες και διδακτικές εμπειρίες που έζησα ποτέ». Και θέλησε να τη μοιραστεί με τον θεατή,  πιστεύοντας ότι μέσα από μια παρόμοια συνθήκη «καθένας νιώθει και μαθαίνει πολλά για τον εαυτό του, για την κοινωνία μας, για την ανθρώπινη κατάσταση…».

Στο ντοκιμαντέρ, όταν τα μέλη «ανεξαρτητοποιούνται» ύστερα από κάποιο ατύχημα, η καθημερινότητα αγκομαχάει μαζί με τους ανθρώπους που ανήκουν στο περιβάλλον του ασθενούς. Ολη η προσπάθεια εντοπίζεται στην επαναφορά του αυτονόητου: τα πόδια να αντιδράσουν, να δυναμώσουν, να περπατήσουν ή τα χέρια να στηρίξουν, να κάνουν τις τόσο «δεδομένες», απολύτως μηχανικές, κινήσεις της ημέρας. Το ντοκιμαντέρ του Γκαστίν θα μπορούσε να έχει τον ίδιο τίτλο με το γαλλικό animation: «Εχασα το σώμα μου». Εστω και περιστασιακά, για μικρό χρονικό διάστημα ή περιορισμένα. Το σοκ της απώλειας η τέχνη το χειρίζεται απελευθερωτικά/θεραπευτικά. Η πραγματικότητα, καθηλωτικά. Ομως και οι δύο εκδοχές για το ίδιο μιλάνε: την τέχνη της επιβίωσης.