ΑΠΟΨΕΙΣ

«Κάτι τόσο τρομερό και ανεξήγητο όσο αυτό»

Πρέπει να ήταν το 1979, στην Εθνική Πινακοθήκη, όταν ο 32χρονος, τότε, Θάνος Μικρούτσικος παρουσίασε τη «Μουσική πράξη στον Μπρεχτ», με ερμηνευτή τον Γιάννη Κούτρα. Είμαστε μια τετραμελής παρέα, όλοι φρέσκοι φοιτητές, θεατρόφιλοι, λίγο ή πολύ πολιτικοποιημένοι, και η «συνάντηση» τότε με τη μελοποιημένη ποίηση του Μπρεχτ από έναν συνθέτη που αχνά γνωρίζαμε (από το «Φουέντε Οβεχούνα» το οποίο είχε προηγηθεί) ήταν σαν σύγκρουση με υπερταχεία. Από τότε, για καιρό, σιγομουρμούριζα το «Αννα μην κλαις», με έμφαση στον στίχο «μιλάμε για νίκες που το μέλλον θα φέρει, Αννα, μην κλαις, εμένα δε με βάζουν στο χέρι». Και το «Εγώ ο Μπέρτολτ Μπρεχτ/ είμαι από τα μαύρα δάση/ η μάνα μου, στις πολιτείες με κουβάλησε…». Αλλά και από την «Μπαλάντα του Στρατηγού Τίλυ», μου φαινόταν συναρπαστικό το «Μα είναι παράξενο/ που κι οι πιο τρανοί/ ακόμα διαβαίνουν/ άλλο δε μένει απ’ τη σκόνη/ σαν το χορτάρι/ και σπάνια συναντάει κανείς/ κάτι τόσο τρομερό και ανεξήγητο/ όσο αυτό». Δεν νομίζω ότι καταλάβαινα σε τι αναφερόταν ακριβώς, αλλά η μουσική του Θάνου Μικρούτσικου, ο παλμός και η ένταση της δικής του φωνής και ο τρόπος που έπαιζε πιάνο με ακολουθούσαν χρόνια μετά.

Ο θάνατός του, το περασμένο Σάββατο, σε ηλικία 72 ετών, έφερε στην επιφάνεια, ατόφια, εκείνη την εμπειρία του 1979. Οχι τη μετέπειτα διαδρομή του, ούτε τη δημοσιογραφική επικοινωνία που είχα μαζί του όταν ήταν υπουργός Πολιτισμού στη δεκαετία του ’90 ή την από απόσταση παρακολούθηση της καλλιτεχνικής και πολιτικής του πορείας όλα αυτά τα χρόνια. Τίποτα απ’ όλα αυτά. Ο Θάνος Μικρούτσικος, για μένα, ήταν και παρέμεινε η «στιγμή» στην Εθνική Πινακοθήκη (την οποία ο τότε διευθυντής της Δημήτρης Παπαστάμος μεταμόρφωνε, «ανοίγοντάς» την στην κοινωνία). Μπορεί ο «Σταυρός του Νότου» σε ποίηση Νίκου Καββαδία να θεωρείται έργο-σταθμός, αλλά η «Μουσική πράξη στον Μπρεχτ» διεύρυνε τη θεατρική σκηνή, συνταίριαξε τις νότες με τις λέξεις και το νόημά τους, ζύμωσε το πολιτικό περιεχόμενο με την υπαρξιακή αγωνία, έδωσε στη διαμαρτυρία μια νότα ματαιότητας, η κριτική στην εξουσία ήταν οξεία και σαρκαστική την ίδια στιγμή που ο ίδιος ο Μπρεχτ αποθέωνε με τους στίχους του την αμφιβολία. «Ευλογημένη να ’ναι η αμφιβολία/ σας συμβουλεύω να τιμάτε χαρούμενα και προσεκτικά εκείνον που το λόγο σας εξετάζει σαν κάλπικη δεκάρα». Αν ο Γερμανός δραματουργός άλλαξε τον τρόπο που βλέπουμε θέατρο (τους ίδιους τους θεατρικούς κώδικες), η μελοποίηση της ποίησής του από τον Θάνο Μικρούτσικο πρόσφερε στην ελληνική μουσική σκηνή ένα έργο ανεκτίμητο, γιατί ήταν ρηξικέλευθο, πρωτότυπο και μοναδικό.

Η στενή φίλη με την οποία είχα μοιραστεί εκείνη την εμπειρία θυμάται ότι ήμαστε όρθιες στον χώρο της Πινακοθήκης γιατί ο κόσμος υπερχείλιζε, υποστηρίζει ότι σαστίσαμε γιατί δεν είχαμε ξαναδεί/ακούσει κάτι παρόμοιο για να το συγκρίνουμε. Η μνήμη του καθενός φωτίζει το ίδιο γεγονός από άλλη πλευρά, δίνει διαστάσεις που, εντέλει, κατοχυρώνονται ως υπαρκτές εφόσον ο χρόνος και το συναίσθημα τις υποστηρίζει. Θεωρείται άραγε λίγο να συνδέεις έναν αναγνωρισμένο δημιουργό με το έργο που αγάπησες περισσότερο; Να τον αποσπάς από τη συνολική αξία και παρουσία του, που λειτουργεί προσθετικά και συνδυαστικά, και να ξεχωρίζεις το «ένα» από τα πολλά και εκλεκτά; Πόσα, όμως, συμβάντα μπορούμε να απαριθμήσουμε στη ζωή μας που έχουν πάνω μας μεταμορφωτική επίδραση και επιρροή; Για πόσα καλλιτεχνικά γεγονότα, τα οποία έτυχε να παρακολουθήσουμε τη στιγμή της γέννησής τους, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι λειτουργούν υποδόρια και ασυνείδητα, ότι μας ακολουθούν;

Ο θάνατος του Θάνου Μικρούτσικου «φανέρωσε» μια συγκίνηση άφθαρτη. Διατηρημένη στη μνήμη τόσο ζωντανή και πλήρη (έτσι τουλάχιστον μου μοιάζει), με τα φορτία του «ξαφνιάσματος» μπροστά σε κάτι καινούργιο, το οποίο επεξεργάζεσαι και αξιολογείς διαρκώς· για χρόνια.

Η μουσική συμβάλλει στον ρυθμό εντός μας. Οσο και οι στίχοι, οι εικόνες, τα πρόσωπα, οι συναντήσεις κάθε μορφής, ζωντανές, γραπτές ή προφορικές. Ισως όμως, ίσως, οι άνθρωποι που είναι «φορτωμένοι από την αρχή με όλα τα μυστήρια του θανάτου» έχουν μια δύναμη παραπάνω. Να ξεκλειδώνουν, να εμπνέουν, να παρηγορούν, ακόμη κι όταν νομίζουμε ότι έχουν χωρίσει οι δρόμοι μας. Είναι αυτό το «τρομερό και ανεξήγητο» των υπόγειων διαδρομών που φτιάχνει δεσμούς ανεξίτηλους.