ΑΠΟΨΕΙΣ

Η οικονομία της γνώσης είναι διαφορετική

Τη δεκαετία του 2020 πρέπει να αυξηθούν πάρα πολύ οι επενδύσεις στην Ελλάδα. Ολοι σχεδόν οι οικονομολόγοι και οι πολιτικοί συμφωνούν σε αυτό. Δεν κατανοούν, όμως, οι πιο πολλοί ότι έχει αλλάξει η μορφή των επενδύσεων που χρειάζονται στον σημερινό κόσμο. Η λεγόμενη «οικονομία της γνώσης» δεν αναπτύσσεται με τον ίδιο τρόπο που αναπτύχθηκε η βιομηχανία ή ο τουρισμός. Απαιτεί άλλα εργαλεία πολιτικής και μετριέται με διαφορετικούς δείκτες.

Κάθε επιχειρηματική επένδυση χρειάζεται κατάλληλο περιβάλλον για να πετύχει. Για τα ξενοδοχεία, το περιβάλλον που έχει σημασία μπορεί να είναι οι παραλίες, τα μνημεία ή η πολιτιστική ζωή στην περιοχή τους. Για τα εργοστάσια, μπορεί να έχουν σημασία, κατά περίπτωση, το λιμάνι και ο σιδηρόδρομος, το φθηνό εργατικό δυναμικό, η ενέργεια, οι πρώτες ύλες, οι προμηθευτές εξαρτημάτων ή η εγχώρια πελατεία. Το κράτος επιλέγει τι από αυτά θα ενισχύσει για να αναπτυχθούν συγκεκριμένες δραστηριότητες. Ιδανικά θα συνδυάσει στοιχεία που προϋπάρχουν και προσφέρουν συγκριτικό πλεονέκτημα, με στοιχεία που λείπουν και είναι απαραίτητα για να παραχθούν νέα προϊόντα.

Οι επενδύσεις στη βιομηχανία και στον τουρισμό είναι σε μεγάλο βαθμό εξοπλισμός και κτίρια. Η επιχείρηση πρώτα δεσμεύει σημαντικό κεφάλαιο σε αυτά, και στη συνέχεια προσλαμβάνει τους εργαζομένους. Στις επιχειρήσεις γνώσης, η επένδυση είναι από την αρχή σε ομάδα ανθρώπων, χωρίς σημαντικό κόστος για πάγια στοιχεία. Ποια είναι λοιπόν τα στοιχεία του περιβάλλοντος που κρίνουν την επιτυχία για ομάδες μηχανικών, επιστημόνων, σχεδιαστών και πωλητών;

Δεν υπάρχει ακόμη αρκετή εμπειρία, παγκοσμίως, για να απαντηθεί με βεβαιότητα αυτό. Ξέρουμε όμως μερικά πράγματα. Οι επιχειρήσεις γνώσης ωφελούνται ιδιαίτερα από τις λεγόμενες «οικονομίες συγκέντρωσης» (economies of agglomeration). Πρέπει να έχουν κοντά τους πολλές παρόμοιες, για να ανταλλάσσουν ιδέες τα στελέχη, και να βρίσκουν έμπειρα στελέχη οι πιο νέες μονάδες. Να έχουν δίπλα τους πανεπιστήμια και ερευνητικά εργαστήρια, για να κυκλοφορούν οι επιστήμονες ανάμεσα σε θεωρία και πράξη. Να στηρίζουν όλοι μαζί καλά σχολεία για τα παιδιά τους και θέατρα για την ψυχαγωγία τους. Φαίνεται περίεργο ότι στην εποχή της ψηφιακής επικοινωνίας έχει ακόμη τόση σημασία η φυσική γειτονιά, αλλά τα στοιχεία αυτό δείχνουν. Απέχουμε πολύ στην Ελλάδα από το να έχουμε τα οφέλη της συγκέντρωσης. Ενα προφανές πρόβλημα είναι η πολύ μικρή αλληλεπίδραση των πανεπιστημίων με επιχειρήσεις, και η αδυναμία τους να προσελκύσουν ξένους καθηγητές και ερευνητές.

Μια ιδιομορφία του τομέα της γνώσης είναι ότι τα στελέχη που έχουν τις κατάλληλες δεξιότητες μετακομίζουν σχετικά εύκολα σε άλλη χώρα, εάν βρουν καλύτερη δουλειά ή ποιότητα ζωής. Επομένως, οι αμοιβές τους πρέπει να είναι ικανοποιητικές όχι μόνο σε σύγκριση με άλλες ευκαιρίες στην περιοχή τους, αλλά και σε σύγκριση με άλλες ευκαιρίες σε όλο τον κόσμο. Οταν μια χώρα ξεκινά από συγκριτικά χαμηλή παραγωγικότητα, που δεν μπορεί να υποστηρίξει υψηλό κόστος εργασίας, ο μόνος τρόπος για να δοθούν καλές αμοιβές σε στελέχη γνώσης είναι η χαμηλή φορολογία στα δικά τους εισοδήματα. Ενδεικτικά στην Ελλάδα πρόκειται για μεικτά εισοδήματα μισθωτών από 30.000 έως 150.000 τον χρόνο. Οι πολιτικοί μας, όμως, μέσα στην κρίση επιβάρυναν ακριβώς αυτά τα εισοδήματα με υπέρογκους φόρους και εισφορές, η δε σημερινή κυβέρνηση επέλεξε μέχρι τώρα να μειώσει τους φόρους σε όλα τα άλλα εκτός από αυτά.

Τέλος, η επένδυση στη γνώση δεν μετριέται σωστά στους εθνικούς λογαριασμούς. Η εκπαίδευση, η κατάρτιση, αλλά και οι αμοιβές των στελεχών που καινοτομούν εμφανίζονται σαν τρέχουσες δαπάνες. Χρειάζονται νέοι δείκτες για σχεδιασμό και παρακολούθηση.

Σε αυτά και σε πολλά άλλα διαφέρουμε από τα κράτη που κινούνται με σχέδιο στη νέα εποχή. Σήμερα έχουμε μερικούς υπουργούς που καταλαβαίνουν πολύ καλά τις προκλήσεις, και άλλους που κινούνται αντίθετα. Κρίσιμο σταυροδρόμι. Ελπίζω να μη χαθεί η ευκαιρία.

* Ο κ. Αρίστος Δοξιάδης είναι εταίρος στο κεφάλαιο επενδύσεων τεχνολογίας Big Pi.