ΑΠΟΨΕΙΣ

Αλέξης Τσίπρας: Χρωματισμοί

gkat_20_0801_page_1_image_0001

Ας πούμε ότι γίνεται. Ας πούμε ότι γινόταν δεκτό το αίτημα του Τσίπρα για σύγκληση του συμβουλίου πολιτικών αρχηγών. Πώς θα μπορούσε αυτό το άτυπο όργανο να «καθορίσει τις γραμμές της εθνικής στρατηγικής απέναντι στην Τουρκία»;

Ακόμη και αν παραμερίσει κάποιος τη θεσμική του αναρμοδιότητα, έχει αποδειχθεί ότι το συμβούλιο αρχηγών λειτουργεί ως παρέκταση του πολιτικού ανταγωνισμού, με άλλους, λιγότερο θεατρικούς, όρους. Η σύγκληση του οργάνου δεν θα ήταν μόνο ατελέσφορη – χρήσιμη μόνο για να απευθύνει θούριους ο Βελόπουλος από το πεζοδρόμιο της Ηρώδου Αττικού. Θα ήταν ίσως και επιζήμια, επισημοποιώντας σαν εξαγόμενη κακοφωνία τις διαφωνίες, που τώρα διατηρούνται σε επικοινωνιακή καταστολή.

Το γεγονός ότι τέτοια κακοφωνία δεν έχει ήδη εκδηλωθεί οφείλεται και στη στάση της αντιπολίτευσης, που, προς το παρόν, δεν έχει δείξει πρόθεση να κερδοσκοπήσει στα ελληνοτουρκικά. Η ίδια η πρόταση Τσίπρα για συμβούλιο αρχηγών θα μπορούσε να εξηγηθεί ως προσπάθεια «να πει κάτι» χωρίς να μπορεί να κατηγορηθεί ότι υπονομεύει την εθνική γραμμή.

Θα ήταν πρόωρο να εκλάβει κανείς αυτή την αυτοσυγκράτηση ως διακομματική ωριμότητα. Οι αρχηγοί δεν είναι έτοιμοι να καθίσουν όλοι σε ένα τραπέζι. Θα πρέπει πρώτα να δοκιμάσουν τη συναινετική τους διαθεσιμότητα στις πολυθρόνες του Μαξίμου, απέναντι από τον πρωθυπουργό.

Το λοξό ερώτημα είναι αν η συγκριτικώς ήπια γλώσσα του Τσίπρα αντανακλά κάποια προσωπική του ωρίμανση. Αν ο τέως πρωθυπουργός κομίζει στον νέο –και παλιό– του ρόλο του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης άλλον νου – άλλο εμπειρικό φορτίο που, αν δεν φοβόμασταν δικαίως την μήνιν των λέξεων, θα το λέγαμε statesmanship;

Αντί άλλης απάντησης, μπορεί κανείς να επικαλεστεί τρεις εμμονές του Τσίπρα. Πρώτον, την εμμονή με την απλή αναλογική. Η υπεράσπιση ενός εκλογικού συστήματος προορισμένου να προκαλεί πολιτική αστάθεια δεν συμβιβάζεται εύκολα με τις προδιαγραφές κόμματος εξουσίας.

Δεύτερον, η εμμονή με τον Πρόεδρο. Η καμπάνια υπέρ μιας υποψηφιότητας, και η αλλόκοτη ταύτισή της με την εξωτερική πολιτική, ενισχύει την εκτίμηση ότι ο Τσίπρας καταχράται (πάλι) ένα θεσμικό πρόσχημα για να σπείρει έριδες στη Ν.Δ. Τον μόνο που δεν ενισχύει είναι τον ίδιο τον υποψήφιο, τον οποίο χρωματίζει υπερβολικά, ξυπνώντας την παλιά καχυποψία.

Τρίτον, η εμμονή με την αυτοδικαίωση. Ξανά και ξανά ο Τσίπρας έχει προκληθεί να κάνει απολογισμό. Ποτέ όμως η «αυτοκριτική» του δεν έχει υπερβεί τα κλισέ του τύπου «και οι θεοί κάνουν λάθη». Δεν περιμένει κανείς δηλώσεις μεταμέλειας. Θα περίμενε όμως ίχνη έμπρακτου πολιτικού «μετασχηματισμού» – όπως τον λέει ο ίδιος.

Μέχρι στιγμής, ο μετασχηματισμός εξαντλείται σε απόπειρες οργανωτικής αναδιάρθρωσης. Μέχρι στιγμής, ο μετεκλογικός Τσίπρας είναι χαμηλόφωνη εκδοχή του παλιού εαυτού του.