ΑΠΟΨΕΙΣ

Η λογική επιλογή

gkat_02_1501_page_1_image_0002

Μετά το τέλος μιας επίσημης τελετής, προσφάτως, ένας δημοσιογράφος ρώτησε ευσχήμως τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας αν θα είναι και πάλι πρόεδρος. «Ο Θεός ξέρει», απάντησε εκείνος και, όταν ο δημοσιογράφος έκανε τη θεολογικώς αθώα υπόμνηση ότι και ο Μητσοτάκης το ξέρει, ο κ. Παυλόπουλος επέμεινε: «Και πάλι, μόνο ο Θεός». Τι εννοούσε ο γέροντας; (Για να μην παρεξηγούμεθα: η προσφώνηση γίνεται με ακριβώς τον ίδιο σεβασμό που θα απέτινα σε έναν ιερωμένο.)

Κατ’ αρχάς, να αποκλείσουμε την περίπτωση να εννοούσε ότι ο Μητσοτάκης είναι ο Θεός ή, έστω, θεός. Κάτι τέτοιο είναι αδύνατον από έναν άνθρωπο με τις θεολογικές γνώσεις του σημερινού Προέδρου. Μπορεί να εννοούσε, όμως, ότι υπάρχει Θεός, ότι όλα αυτά θα γίνουν υπό τον πανεπόπτη Θεό και, επομένως, αφού υπάρχει Θεός και βλέπει, υπάρχει και θεία δίκη. Με απλά λόγια: από τον Θεό θα το βρει ο Μητσοτάκης.

Αφήνω όμως τα θεολογικά, για τα οποία ούτως ή άλλως ποτέ δεν είχα έφεση, και πηγαίνω στο αρχικό ερώτημα: εάν δηλαδή θα είναι ξανά Πρόεδρος της Δημοκρατίας ο κ. Παυλόπουλος. Eχω την εντύπωση ότι από το περασμένο Σάββατο το ζήτημα έχει λήξει για τον πρωθυπουργό, έχει διαλέξει τον υποψήφιο και δεν είναι ο κ. Παυλόπουλος. Δεν το γράφω επειδή γνωρίζω κάτι· μια πρόβλεψη διακινδυνεύω, βασισμένη στα στοιχεία που έχω υπ’ όψιν μέχρι στιγμής. Αν αύριο κάτι προκύψει, το οποίο θα αλλάζει την εικόνα αυτή, εδώ θα είμαι για να το επισημάνω. 

Η αντικατάσταση του κ. Παυλόπουλου είναι η λογική επιλογή για τον Μητσοτάκη, εφόσον ο σκοπός του είναι να κυβερνήσει χωρίς κηδεμονίες και ανταγωνιστικά κέντρα εξουσίας. Ο σημερινός Πρόεδρος συμβολίζει τη συνέχεια της προηγούμενης κατάστασης και η παρουσία του στο ύπατο αξίωμα της πολιτείας είναι μια μορφή προστασίας στους προηγούμενους και στα πεπραγμένα τους. Iσως αυτός ο λόγος έκανε τον ΣΥΡΙΖΑ να πιέζει σχεδόν υστερικά υπέρ της ανανέωσης της θητείας του.

Επικρίνεται από ορισμένες πλευρές ο πρωθυπουργός επειδή τείνει να εξαντλήσει τα χρονικά περιθώρια που του δίνει το Σύνταγμα για την εκλογή του επομένου Προέδρου. Ο λογαριασμός θα γίνει στο τέλος. Πάντως, αν κάτι κέρδισε ο πρωθυπουργός από την παράταση της απόλυτης σιωπής, είναι ότι άφησε τον ΣΥΡΙΖΑ να αποδυναμώσει την υποψηφιότητα Παυλόπουλου με την επιθετική επιμονή του. Σκεφθείτε, πόσο τιμητικό είναι να είσαι ο υποψήφιος του κόμματος που υποστηρίζει τις καταλήψεις και κακοποιούς που προσπαθούν να χτυπήσουν αστυνομικούς με μολότoφ και τσιμεντόλιθους; Και μάλιστα, το κόμμα να προσπαθεί να σε επιβάλει με νευρικές κρίσεις, λες και ο Τσίπρας απευθύνεται στην κεντρική επιτροπή του…

Στρατηγέ μου!

Το νομοσχέδιο για την αναδιάρθρωση της Πυροσβεστικής έχει δοθεί προς διαβούλευση, οπότε οι παρατηρήσεις μου ας θεωρηθούν μέρος της ωραίας αυτής διαδικασίας. Εντύπωση προξενεί η μεγάλη και απότομη αύξηση των ανωτέρων και ανωτάτων αξιωματικών του σώματος. Συγκεκριμένα, οι υποστράτηγοι από έξι γίνονται δέκα, οι αρχιπύραρχοι (ταξίαρχοι) από 25 γίνονται 30, οι πύραρχοι (συνταγματάρχες) από 59 γίνονται 79 και, τέλος, οι αντιπύραρχοι (αντισυνταγματάρχες) από 129 γίνονται 275.

Τώρα, κατά πληροφορίες που ελπίζω (ματαίως) να μην είναι ακριβείς, η δύναμη της Πυροσβεστικής συνολικά είναι 13.000 άτομα, εκ των οποίων οι 4.000 μόνο, κάτι περισσότερο από το ένα τρίτο, είναι οι μάχιμοι, δηλαδή εκείνοι που σβήνουν φωτιές. Αν ευσταθούν τα στοιχεία αυτά, τότε για κάθε στρατηγό αντιστοιχούν 400 πυροσβέστες, για κάθε ταξίαρχο 133, για κάθε συνταγματάρχη 50 και για κάθε αντισυνταγματάρχη 14,5.

Δεν είναι λίγο υπερβολικό; Σε τι θα συμβάλει η απότομη αύξηση των αξιωματικών των ανωτέρων και ανωτάτων βαθμίδων δεν καταλαβαίνω – εκτός, βέβαια, από την παραγωγή περισσότερων ικανοποιημένων συνταξιούχων, διότι όλοι οι αξιωματικοί αποστρατεύονται με σύνταξη που αντιστοιχεί σε δύο βαθμούς παραπάνω. Είναι άραγε ένας τρόπος κινητροδότησης των ανδρών της Πυροσβεστικής μέσω βαθμών και σιριτιών; Χρήσιμο θα ήταν να ακούσουμε μια εξήγηση.

Τράτζικ

Ο Βαρουφάκης διαφωνεί με τον εκλογικό νόμο που εισηγείται η κυβέρνηση, υποστηρίζει την απλή αναλογική και, όπως τονίζει, δεν ανησυχεί καθόλου για την κυβερνησιμότητα της χώρας. Πολύ φυσικό. Πότε ανησυχούσε ο Βαρουφάκης για την κυβερνησιμότητα της χώρας; Ούτε όταν κυβερνούσε ο ίδιος, ως «άσετ» του Τσίπρα, υπουργός Οικονομικών και βασικός διαπραγματευτής με τους Ευρωπαίους. Ο Βαρουφάκης ήταν πάντα της μπαρούφας, του εντυπωσιασμού και της πρόκλησης· στα σοβαρά, ποτέ δεν τα κατάφερε. Γι’ αυτό και  είναι τόσο απογοητευτικός ως, υποτίθεται, σοβαρός πολιτικός αρχηγός. Γι’ αυτό δεν του δίνει κανείς σημασία. Θυμηθείτε, πότε το κόμμα του κατάφερε να απασχολήσει την επικαιρότητα τελευταία φορά; Οταν ο Κλέων Γρηγοριάδης έκανε τους θεατρινισμούς του, υπερασπιζόμενος τους καταληψίες στο Κουκάκι.    

Ο Βαρουφάκης έπεσε στην παγίδα να πιστέψει ότι μπορεί να γίνει «σοβαρός» και να κάνει επανεκκίνηση του brand name του ως η σοβαρή εναλλακτική επιλογή της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Μεγάλο λάθος, διότι οι σοβαροί μπορούν να παριστάνουν τους ασόβαρους όταν χρειάζεται, αλλά το αντίστροφο δεν γίνεται και, όποτε γίνεται, καταλήγει σε παρωδία. Oπως είναι, π.χ., να ακούς τον Βαρουφάκη σε συνέντευξή του να λέει πόσο τον ενοχλεί «η απίστευτη βία στο Κουκάκι» (της αστυνομίας, εννοεί) και να προτείνει ως λύση του προβλήματος των καταλήψεων μια συζήτηση με όλους: τους γείτονες, τους καταληψίες, τον δήμο. Οταν αυτό ή κάτι ανάλογο το λέει η Πέτη Πέρκα με το ύφος της, το δέχεσαι ως αριστερή γραφικότητα. Οταν το λέει όμως ένας πολιτικός που με το ύφος του προσπαθεί να τονίσει τη σοβαρότητά του, η αφέλεια της σκέψης αποκαλύπτεται ως γελοιότητα.