ΑΠΟΨΕΙΣ

Θρήνοι και θούριοι για το Βερολίνο

Γιατί μας «φτύνουν» οι Γερμανοί; Οι Γερμανοί δεν είναι φίλοι μας;

Γιατί δεν μας κράτησαν μια θέση στο τραπέζι της συνόδου για τη Λιβύη;

Πέρα από τις επίσημες απαντήσεις, που εστιάζονται στη γραφειοκρατική υστέρηση του όψιμου ελληνικού αιτήματος για συμμετοχή στη διαδικασία, υπάρχει μια δυσάρε-στη πραγματικότητα: από τη γερμανική σκοπιά, η Ελλάδα θα ήταν εκτός θέματος.

Για την ακρίβεια, η Αθήνα θα ήταν μονοθεματικός συνομιλητής στο Λιβυκό, με εντελώς διαφανείς τις προτιμήσεις της για την έκβαση της διαπραγμάτευσης. Θα κόμιζε μόνο το ζήτημα του τουρκολιβυκού μνημονίου, που αντιμετωπίζεται ως παρεμπίπτον σε σχέση με την απόπειρα κατάπαυσης του εμφυλίου που έχει αναλάβει το Βερολίνο. Για τους επίδοξους ειρηνοποιούς, η Ελλάδα φαινόταν σαν ένα ακόμη εμπόδιο.

Η αλήθεια είναι ότι όπως κι αν είχε χειριστεί το θέμα η κυβέρνηση, δύσκολα θα είχε αποφύγει τον εσωτερικό πολιτικό αντίκτυπο.

Δύσκολα θα είχε αποφύγει την κριτική της αξιωματικής αντιπολίτευσης ότι δεν κατάφερε να αποτρέψει τον παραγκωνισμό.

Το ερώτημα είναι αν η αντιπολιτευτική υπερεπένδυση στον εθνικό εγωισμό –η ρητορική μεταποίηση των προβλημάτων εξωτερικής πολιτικής σε τραύματα– βλάπτει την κυβέρνηση.

Η συμβατική λογική λέει ναι, γιατί είναι κυβέρνηση ενός κόμματος που καλλιεργούσε πάντα τέτοια αντανακλαστικά. Η βάση της Ν.Δ. παρουσιάζεται γενετικά πιο ευαίσθητη σε ισχυρισμούς του τύπου «μας προσβάλλουν οι Γερμανοί και μας αφήνουν απ’ έξω».

Υπάρχει όμως και ο αντίλογος. Υπάρχει και η εικόνα που μεταδίδουν όσοι διαβάζουν στις μετρήσεις της κοινής γνώμης μια έντονη επιθυμία για καταλλαγή στα εθνικά. Μια ισχυρή τάση που φαίνεται να ξεπερνάει τους παλαιούς αυτοματισμούς της Δεξιάς.