ΑΠΟΨΕΙΣ

Σερ Ρότζερ Σκράτον, ο επίμονος συντηρητικός

gkat_12_1801_page_1_image_0002

Μια ιδέα για την ευρύτητα τουλάχιστον των ενδιαφερόντων του, μπορεί να πάρει κανείς διατρέχοντας τα θέματα και μόνο των περισσότερων από πενήντα βιβλίων του: ο σερ Ρότζερ Σκράτον, ο Βρετανός στοχαστής με τις ξεκάθαρα συντηρητικές, παραδοσιοκρατικές πνευματικές συντεταγμένες, που την περασμένη Κυριακή πέθανε σε ηλικία 75 ετών έπειτα από εξάμηνη μάχη με τον καρκίνο, είχε γράψει μεταξύ άλλων για τον Σπινόζα, τον Καντ και τον Βίτγκενσταϊν, για την ιστορία της φιλοσοφίας και την αισθητική της αρχιτεκτονικής ή της μουσικής, αλλά και για τη σεξουαλική επιθυμία, το κρασί ή το αγαπημένο του κυνήγι της αλεπούς.

Στη διάρκεια της ζωής του διακρίθηκε ακόμα και ως πιανίστας, συνθέτης και μυθιστοριογράφος. Εύκολα θα μπορούσε να ειπωθεί ότι επρόκειτο για έναν άνθρωπο που χρειάζεται κανείς να γνωρίσει καλά προτού τον κρίνει. Ο Σκράτον βέβαια, μνημόνευε κάποτε τον Οσκαρ Ουάιλντ και τον αφορισμό του ότι «μόνο οι ρηχοί άνθρωποι δεν κρίνουν από την εξωτερική εμφάνιση». Και η ειρωνεία είναι ότι, ειδικά προς το τέλος της ζωής του, ο ίδιος, αυστηρός στην όψη, έμοιαζε με άνθρωπο που σπάνια μετακινείται από τη μία και μοναδική άποψή του.

Τα παιδικά του χρόνια πάντως, στην πόλη Χάι Γουαϊκόμπι της νοτιοανατολικής Αγγλίας, δεν πλαισιώνονταν ακριβώς από ποικιλία ερεθισμάτων και απόψεων. Ο Σκράτον και οι δύο αδερφές του έβλεπαν τους γονείς τους να διάγουν τον βίο τους μάλλον παράλληλα, με τον μεν πατέρα, δάσκαλο το επάγγελμα, να απεχθάνεται τα ήθη των ανώτερων τάξεων, προτιμώντας την απλή ζωή της αγγλικής εξοχής, και τη δε μητέρα να ελκύεται από τη συμπεριφορά των ευγενών και το ενδεχόμενο κοινωνικής διάκρισης.

Ειδικά o πατέρας, αυστηρός καθώς ήταν, είχε δύσκολες σχέσεις με όλη την οικογένεια. Γράφοντας κάποτε για όλα αυτά, ο Σκράτον θυμόταν «φίλους που έρχονται και πάνε, ασχολίες και διακοπές που ανακατώνονται με το τοπίο της ψυχής, όπως το φευγαλέο φως με τον καλοκαιρινό αέρα, και μια λαχτάρα για τρυφερότητα που διακοπτόταν από τον φόβο της επίκρισης». Κι όμως, o νεαρός διέπρεπε στο σχολείο και ιδιαίτερα στα εφαρμοσμένα μαθηματικά, στη φυσική και τη χημεία.

Οι επιδόσεις του τού χάρισαν μια υποτροφία στο Κολέγιο του Ιησού του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ, στον τομέα των φυσικών επιστημών. Πολύ σύντομα θα μεταπηδούσε στη φιλοσοφία. Και στο μεταξύ, εκείνος ο πατέρας, ενημερωμένος για το κατόρθωμα του γιου, είχε σταματήσει να του μιλάει.

Το 1965, αμέσως μετά την αποφοίτησή του από το Κέμπριτζ, ο Σκράτον βρέθηκε στη Γαλλία όπου γνώρισε τη μετέπειτα πρώτη του σύζυγο, Ντανιέλ Λαφίτ. Για χάρη της, θα περνούσε τα χρόνια του διδακτορικού του (με θέμα τη σχέση τέχνης, φαντασίας και φιλοσοφίας του νου), μεταξύ Κέμπριτζ και Παρισιού, στο οποίο βρέθηκε τον Μάιο του 1968. Τότε ήταν που, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, αποφάσισε να ασπαστεί τον συντηρητισμό: αυτή η «απείθαρχη συμμορία φίλαυτων, μεσοαστών ταραχοποιών» που έβλεπε από ένα παριζιάνικο μπαλκόνι, του προκαλούσε αηδία.

Αποφάσισε ότι ήθελε «να συντηρηθούν τα πράγματα ως έχουν, όχι να κατεδαφιστούν». Το πώς κατέληξε να διδάσκει φιλοσοφία στο κολέγιο Μπέρμπεκ είναι απορίας άξιο – ο ίδιος θα διηγιόταν ότι μαζί με τη σερβιτόρα, ήταν οι μόνοι συντηρητικοί του ιδρύματος. Πιο άνετα μάλλον ένιωθε ως αρχισυντάκτης του περιοδικού Salisbury Review, του οποίου τα βέλη στρέφονταν εναντίον όχι μόνο του πυρηνικού αφοπλισμού, του φεμινισμού ή της πολυπολιτισμικότητας, αλλά και της θατσερικής εμμονής με την ελεύθερη αγορά.

Τελικά, όπως θα έλεγε, το Salisbury Review του στοίχισε χιλιάδες ώρες απλήρωτης εργασίας, μερικές μηνύσεις, μια πανεπιστημιακή καριέρα στη Βρετανία, ενώ του απέφερε και το μίσος των απανταχού αξιοπρεπών φιλελευθέρων. Πάλι σύμφωνα με τα λεγόμενά του όμως, «άξιζε τον κόπο».
Κανένας δεν μπορούσε να του προσάψει φυγοπονία: ο Σκράτον ρίσκαρε για χάρη των θέσεών του, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη δεκαετία πριν από την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, όταν διακινούσε απαγορευμένα βιβλία και διοργάνωνε μυστικές διαλέξεις στην Πράγα. Αλλοτε ωστόσο, προκαλούσε αμηχανία ακόμα και σε κάποιον φίλα προσκείμενο.

Τα άρθρα που υπέγραφε στους Times μεταξύ 1983 και 1986 (όπου χλεύαζε λ.χ. τα κινήματα υπέρ της ειρήνης ή κατά του ρατσισμού) είχαν χαρακτηριστεί από τον αρχισυντάκτη του ως «τα πιο εξοργιστικά για τους αναγνώστες». Σε ένα δοκίμιο που δημοσιεύτηκε τη δεκαετία του ’90 πρότεινε να «ενσταλάξουμε στα παιδιά μας αισθήματα απέχθειας για την ομοφυλοφιλία», ενώ σε μια άλλη περίπτωση υποστήριξε ότι ο βιασμός στη διάρκεια ενός ραντεβού δεν συνιστά οπωσδήποτε έγκλημα.

Το 2002 διέρρευσε ένα email του προς την Japanese Tobacco: ο Σκράτον ζητούσε από την καπνοβιομηχανία 1.000 λίρες ακόμα, πέραν των 4.500 που ήδη λάμβανε για να στηρίζει σε άρθρα του τα προϊόντα της. Και το 2009, σε μια διάλεξη, δήλωσε ότι «η Βρετανία αδιαφορεί για το κάλλος», υψώνοντας μια εικόνα της Αφροδίτης του Μποτιτσέλι και μία της Κέιτ Μος.

Στο περιστατικό με το περιοδικό New Statesman, πριν από περίπου ένα χρόνο, βρέθηκε στην πλευρά του αδικημένου: εξαιτίας παραποίησης δηλώσεών του στο περιοδικό (που τον εμφάνιζε ως αντισημίτη και ρατσιστή απέναντι στους Κινέζους και τους μουσουλμάνους), απομακρύνθηκε από το πόστο του προέδρου κυβερνητικής επιτροπής για τη δημόσια αρχιτεκτονική.

Το περιοδικό ζήτησε συγγνώμη και ο Σκράτον επέστρεψε στη θέση του. Την ίδια περίοδο δέχθηκε και ένα βραβείο από τον Βίκτορ Ορμπαν που τον τίμησε «γιατί προέβλεψε τα δεινά της παράνομης μετανάστευσης και υπερασπίστηκε την Ουγγαρία από την άδικη κριτική», γεγονός που πιθανότατα ξύπνησε πάλι το μίσος εκείνων των απανταχού αξιοπρεπών φιλελεύθερων.

Αραγε άξιζε κι αυτό τον κόπο; Εχοντας αφήσει πίσω του δύο παιδιά από τη δεύτερη σύζυγό του, Σόφι Τζέφρις, ο Σκράτον δεν είναι πια εδώ για να απαντήσει. Θα έλεγε δε κανείς ότι όταν πράγματι απαντούσε σε επικρίσεις, όταν προκαλούσε ή όταν απλώς εξέφραζε τις θέσεις του, το έκανε τηρώντας τους περισσότερους από τους κανόνες της δημόσιας σφαίρας που είχε περιγράψει ο Γιούργκεν Χάμπερμας, ένας ακόμα από τους «Τρελούς, τσαρλατάνους και ταραχοποιούς της Νέας Αριστεράς», σύμφωνα με το ομότιτλο βιβλίο του Βρετανού (στα ελληνικά από το Επίκεντρο).

Εστω κι έτσι, το πιο εύστοχο σχόλιο ίσως ανήκε στον συμπατριώτη του, τον ιστορικό Τίμοθι Γκάρτον Ας, που μαθαίνοντας τον θάνατο του Σκράτον, τον χαρακτήρισε άνθρωπο εξαιρετικής διάνοιας, γνώσης και χιούμορ, αλλά και «προκλητικό, ενίοτε εξοργιστικό συντηρητικό στοχαστή, από εκείνους που μια αληθινά φιλελεύθερη κοινωνία θα ήθελε να την προκαλούν».