ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ελευθερία της γνώμης στο αμφιθέατρο

Υπάρχει μια ειρωνεία στα εγκώμια της συναίνεσης, που ήλθαν ξανά στη μόδα με την υποψηφιότητα της κ. Σακελλαροπούλου για την προεδρία, όταν, λίγο προτού προκύψουν οι ευχάριστες εξελίξεις στο προεδρικό, εμείς διαφωνούσαμε για το στοιχειώδες δικαίωμα της ελευθερίας της γνώμης. Εννοώ την υπόθεση της περιβόητης αφίσας κατά των αμβλώσεων, που αναρτήθηκε στο μετρό και κατέβηκε (με αστραπιαία υπουργικά ανακλαστικά) μόλις ξέσπασε η κατακραυγή.

Διαφωνώ απολύτως με το μήνυμα της αφίσας και δεν μπαίνω καν σε αυτήν τη συζήτηση. Η κατακραυγή όμως εναντίον της αφίσας ήταν ισοπεδωτική και είχε κάτι από ολοκληρωτισμό. (Και αυτή είναι μία ακόμη ειρωνεία της υπόθεσης, διότι ο ολοκληρωτισμός γίνεται η απάντηση στον σκοταδισμό και τη δίνουν μάλιστα εκείνοι που θεωρούν τους εαυτούς τους κληρονόμους του Διαφωτισμού…) Το μήνυμα μπορεί να είναι εσφαλμένο, ηλίθιο ή κακόβουλο και η σφοδρή αντίδραση που προκαλεί μπορεί να είναι δικαιολογημένη. Δεν μπορεί όμως η δικαιολογημένη οργή να συμπαρασύρει ένα τόσο βασικό δικαίωμα όσο η ελευθερία της έκφρασης γνώμης.

Μέσα στον ορυμαγδό της αγανάκτησης, χάθηκε, ισοπεδώθηκε τελείως, η διάκριση ανάμεσα στο περιεχόμενο της γνώμης και στο δικαίωμα να την εκφράζεις: η αποστροφή για το πρώτο έγινε οδοστρωτήρας και πέρασε πάνω από το δεύτερο. Δεν υπάρχουν νόμοι που ορίζουν το περιεχόμενο της γνώμης, ούτε νομική υποχρέωση να ταυτίζεται η γνώμη που εκφράζεις με την όποια αλήθεια. Αυτό που υπάρχει είναι νόμοι για τυχόν βλάβες που ενδέχεται να προκληθούν στην κοινωνία από την έκφραση της γνώμης. Αν τα υποτιθέμενα  επιστημονικά στοιχεία της αφίσας για τις αμβλώσεις είναι ψευδή, πηγαίνεις κατευθείαν στη Δικαιοσύνη. Υπάρχουν τα δικαστικά μέσα ώστε να παύσει η δημόσια μετάδοση ενός επικίνδυνου μηνύματος.

Αν κάνουμε την υπόθεση ότι το ψεύδος της αφίσας ήταν σκόπιμο και δόλιο, ίσως θα μπορούσε κάποιος να σκεφθεί ότι, τέλος πάντων, μήπως αξίζει να κάνει τα στραβά μάτια αν δεν έγινε τυπικά σεβαστό το δικαίωμα στην ελευθερία της γνώμης. Αλλά ποιοι το αποφασίζουν αυτό; Οπωσδήποτε όχι δημοσιογραφικές στήλες, όπως τούτη εδώ;

Ας υποθέσουμε ότι ο οποιοσδήποτε αφελής (και μιλώ υποθετικά, δεν αναφέρομαι στις οργανώσεις της συγκεκριμένης αφίσας) πιστέψει για τους λάθος λόγους ότι οι αμβλώσεις πρέπει να απαγορευθούν και, επειδή κρίνει ότι η πεποίθησή του αυτή αφορά το καλό της ανθρωπότητας, αποφασίζει να μεταδώσει στον κόσμο το μήνυμά του· δεν έχει το δικαίωμα να το κάνει;

Και δεν έχει το δικαίωμα, επειδή εμείς οι υπόλοιποι ή, εν πάση περιπτώσει, οι περισσότεροι ξέρουμε ότι είναι αφελής, ότι η πεποίθησή του είναι εσφαλμένη και ότι βασίζεται σε λάθος στοιχεία; Από τη στιγμή που η ελευθερία της όποιας γνώμης εξαρτάται από τον βαθμό της αποδοχής ή της απόρριψής της από το κοινό, αυτό παύει να είναι ελεύθερη κοινωνία. Είναι φοιτητικό αμφιθέατρο του 1980, όπου οι πιο πολλοί και οι πιο θορυβώδεις κερδίζουν.

Αυτή είναι, βέβαια, η θέα από ψηλά. Υποθέτω ότι από την οπτική γωνία του υπουργού Μεταφορών, ο οποίος έσπευσε να διατάξει την εξαφάνιση της αφίσας, η εικόνα είναι πολύ διαφορετική. Ωραίες οι θεωρίες, αλλά είναι οι πρώτες που την πληρώνουν στην επαφή με την πρακτική πολιτική. Κι αν η δικαστική οδός έπαιρνε μερικές ημέρες, με την αφίσα στο μεταξύ να παραμένει, μαζί με τον θόρυβο του Τύπου και της αντιπολίτευσης, τι θα έκανε; Θα χρεωνόταν το πολιτικό κόστος; Θα έμπλεκε σε έναν κυκεώνα εξηγήσεων και συζητήσεων, από τον οποίο ούτε ο ίδιος ούτε η κυβέρνηση επρόκειτο να βγουν κερδισμένοι; που δεν θα τις άκουγε κανείς; Αφήστε, δε, ότι θα ανέκυπτε και ευθύνη, σε κάποιο βαθμό του υπουργείου: Δεν κοιτάζει κανείς τι λέει μια αφίσα που αναρτάται στο μετρό, επειδή φέρει την έγκριση της Αρχιεπισκοπής; Και αν στο μετρό αδιαφορούν, το υπουργείο δεν έχει κάποια μικρή, πολιτική ευθύνη;

Σε τέτοιες συνθήκες, το δίλημμα το κερδίζει πάντα ο Μακιαβέλι· και όποιος δεν έχει έτοιμη την απάντηση και βρίσκεται στην πολιτική καλά θα κάνει να αρχίσει να κοιτάζει για καμιά άλλη δουλειά, τώρα που έχει ακόμη τις γνωριμίες. Ποιος νοιάζεται για το δικαίωμα κάποιων περιθωριακών, όταν η πλειοψηφία δυσαρεστείται και φωνάζει; Αυτό συνέβη στην περίπτωση της περιβόητης αφίσας. Μόνο που το δικαίωμα δεν είναι των περιθωριακών που συμβαίνει να το ασκούν εκείνη τη στιγμή, είναι όλων εξίσου. Είναι και εκείνων που το αρνούνται στους λίγους.

Σίγουρα έχουμε κάνει προόδους τα τελευταία σαράντα χρόνια, παρά τη χρεοκοπία. Ωστόσο, το φοιτητικό αμφιθέατρο βρίσκεται πάντα εδώ και το ζήτημα της ελευθερίας της γνώμης μένει ανοικτό προς συζήτηση…