ΑΠΟΨΕΙΣ

Η διάσκεψη και η απειλή της διάλυσης

Εάν, ο μη γένοιτο, κάποτε γραφτεί η ιστορία για το πώς οι ηγέτες των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης απεμπόλησαν τη συλλογική τους δύναμη, πώς ενίσχυσαν τους εχθρούς τους και παρέδωσαν τους λαούς τους στη ζούγκλα ενός κόσμου χωρίς κανόνες, η σημερινή «διάσκεψη του Βερολίνου» θα χρήζει ιδιαίτερης μνείας. Πέρα από τον αδικαιολόγητο αποκλεισμό της Ελλάδας από την προσπάθεια ειρήνευσης της γειτονικής Λιβύης, η διάσκεψη διατρέχει τον κίνδυνο να αποτελέσει σταθμό στην υπονόμευση της έννομης τάξης και των ανθρωπιστικών αξιών που ενέπνευσαν και καθοδήγησαν το ευρωπαϊκό εγχείρημα.

Την ώρα που το διεθνές σύστημα διακυβέρνησης βάλλεται από παντού και η Ε.Ε. θα έπρεπε να μάχεται να το διατηρήσει, η Γερμανία συμβάλλει στην ενίσχυση της επιρροής της Τουρκίας και της Ρωσίας, δύο χωρών που συστηματικά παραβιάζουν το δίκαιο και διεθνείς συνθήκες. Το ότι ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και ο Βλαντιμίρ Πούτιν διατηρούν καλές σχέσεις με τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος (παρά τις προσπάθειες των υπηρεσιών των ΗΠΑ) υπονομεύει και το διεθνές σύστημα διακυβέρνησης και την Ε.Ε., όφειλε να είχε προειδοποιήσει τους Ευρωπαίους για το μέγεθος της απειλής.

Οι λόγοι για τους οποίους η Ελλάδα έπρεπε να είναι παρούσα στη διάσκεψη είναι ουσιαστικοί: γειτονεύει με τη Λιβύη και δεν συμμετείχε στην κλιμάκωση του πολέμου, έτσι είναι αξιόπιστος συνομιλητής που μπορεί να συμβάλει στην ειρήνευση. Ενεπλάκη μόνο λόγω της παράνομης και πονηρής συμφωνίας Τρίπολης – Αγκυρας. Αντιθέτως, η Τουρκία και η Ρωσία όφειλαν να αποκλειστούν ακριβώς λόγω του πρωταγωνιστικού ρόλου τους, έχοντας παραβιάσει το εμπάργκο όπλων που επέβαλε ο ΟΗΕ. Και όμως, σε πρόσφατη συνάντηση με τον Πούτιν στη Μόσχα, η Αγκελα Μέρκελ εξέφρασε την ελπίδα «οι προσπάθειες της Ρωσίας και της Τουρκίας να είναι επιτυχείς». Αναφερόταν στην εκεχειρία που οι δύο χώρες πρότειναν και η οποία υπερασπιζόταν πρωτίστως τα τουρκικά συμφέροντα. Παρά την καταδίκη της συμφωνίας Τρίπολης – Αγκυρας από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, παρά την παράνομη ανάμειξη της Τουρκίας και της Ρωσίας στον πόλεμο, παρά το γεγονός ότι και οι δύο έχουν εισβάλει σε γείτονές τους, η Γερμανία όχι μόνον δεν τις απομονώνει αλλά τις ενθαρρύνει στις «ειρηνευτικές» προσπάθειές τους.

Αντί η Ε.Ε. να ενισχύει την ενότητα των χωρών-μελών της, να προβάλλει τις αξίες της και να επιβάλλει την τάξη στη γειτονιά της, η διάσκεψη του Βερολίνου εκπέμπει το μήνυμα ότι οι ταραχοποιοί δικαιούνται θέση στο τραπέζι των αποφάσεων, ενώ οι Ευρωπαίοι δεν είναι σίγουροι για το τι θέλουν. Σαφώς, η Ελλάδα (όπως και η Κύπρος) ευθύνεται για την αδυναμία της να λύνει προβλήματα εγκαίρως (όπως των ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας), με τις κυβερνήσεις της να προτιμούν τη διαιώνιση των προβλημάτων από το να υποστούν το πολιτικό κόστος κάποιου συμβιβασμού. Επίσης, μόνο οι Ελληνες μπορούν να αναδείξουν πόσο θίγονται τα συμφέροντα και η ασφάλειά τους, και να αποφασίσουν τον βαθμό της εμπλοκής τους στη διένεξη. Ομως, σε συλλογικό επίπεδο, η Ε.Ε. οφείλει να προστατεύει τον εαυτό της και τα μέλη της. Το Brexit, ο απρόβλεπτος Τραμπ, οι συνεχείς απειλές και παρεμβάσεις της Τουρκίας και της Ρωσίας, το ταραγμένο πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον, απαιτούν σχέδιο, συνοχή και αποφασιστικότητα. Ηδη βλέπουμε το κόστος της αδράνειας, της ατολμίας.

Πριν από έξι χρόνια, μετά την εισβολή της στην Ουκρανία, η Ρωσία ήταν παρίας. Σήμερα είναι ρυθμιστής σε ζητήματα και περιοχές κρίσιμης σημασίας για την Ευρώπη. Οι λόγοι: η απρόβλεπτη συμπεριφορά των ΗΠΑ σε συνδυασμό με την «αδυναμία» του Τραμπ για τον Πούτιν, η καταπάτηση του διεθνούς δίκαιου χωρίς ουσιαστικές συνέπειες, η αδυναμία των Ευρωπαίων, η συμπαιγνία με την Τουρκία. Ο Ερντογάν βασίζεται στους ίδιους παράγοντες για να αναδειχθεί σε μίνι Πούτιν και να επιβάλει τη θέλησή του στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ευθύνη της Ελλάδας είναι να αναδείξει την απειλή, να κινητοποιήσει τους εταίρους, ώστε η διάσκεψη του Βερολίνου να καταγραφεί ως στιγμή αφύπνισης, όχι συνθηκολόγησης.