ΑΠΟΨΕΙΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

Νάιαλ Φέργκιουσον: Από τη Δρέσδη στο Νταβός

Ηταν Ιούνιος του 2016 στη Δρέσδη. Εναν μήνα πριν, ο Τραμπ είχε εξασφαλίσει το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών. Δύο εβδομάδες μετά, το ιστορικό ατύχημα του δημοψηφίσματος για το Brexit περίμενε να συμβεί. Εκεί, στο Taschenbergpalais της πρωτεύουσας της Σαξονίας, πλανιόταν το φάντασμα του αναδυόμενου λαϊκισμού. Κανείς δεν ήξερε πώς μπορούσε να αναχαιτιστεί το κύμα που έμελλε να πλημμυρίσει τις δυτικές δημοκρατίες. Κανείς δεν μπορούσε να προσδιορίσει τι πρέπει να περιλαμβάνει αυτό που ήδη από τότε ονομαζόταν «post-populism politics».

Σε εκείνες τις συζητήσεις μετείχε ο αιρετικός ιστορικός, Νάιαλ Φέργκιουσον. Μετείχε και ο πολιτικός που είχε μόλις αναδειχθεί σαν φιλελεύθερο αουτσάιντερ στην ηγεσία του ελληνικού συντηρητικού κόμματος.

Στον διάλογο του Μητσοτάκη με τον Φέργκιουσον την περασμένη Πέμπτη, στη σκηνή του Νταβός, μπορούσες να διακρίνεις τον μακρινό απόηχο των παλαιών ζυμώσεων της Δρέσδης.

Ο Ελληνας πρωθυπουργός κόμισε στο φόρουμ την εκπλήρωση της επαγγελίας του προς τους Ευρωπαίους – ότι θα αντέστρεφε πρώτος το ρεύμα, οδηγώντας το συστημικό του κόμμα σε νίκη επί των λαϊκιστών. Στο μητσοτακικό «μάρκετινγκ», το προσωπικό εκλογικό επίτευγμα προβάλλεται πλέον σαν εθνικό πλεονέκτημα: Η σταθερή, αυτοδύναμη κυβέρνηση διαφημίζεται ως επενδυτικό δέλεαρ.

Αντιθέτως, ο καθηγητής του Στάνφορντ και του Χάρβαρντ φαίνεται σαν να έχει δαγκώσει το δόλωμα του λαϊκισμού. Στις συνεντεύξεις του, στο περιθώριο του Νταβός, ο Φέργκιουσον δεν τσιγκουνεύτηκε επαίνους για τα οικονομικά κατορθώματα του Τραμπ. Εφτασε να αναγνωρίσει στον Αμερικανό πρόεδρο την «ιστορική συμβολή», ότι ήταν «ο μοναδικός ηγέτης που έβαλε σαν κορυφαίο θέμα την άνοδο της Κίνας».

Ευτυχώς, την πολιτική δεν την κάνουν (συνήθως) οι διανοούμενοι. Η στάση του Φέργκιουσον είναι όμως ενδεικτική μιας ολοένα και μεγαλύτερης εξοικείωσης με τον νέο χάρτη, όπως τον αναχαράσσει ο αλλοπρόσαλλος κυνισμός που έχει υποκαταστήσει την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ.

Το δεύτερο σκέλος του μητσοτακικού «μάρκετινγκ» είναι να πλασάρει τη χώρα όχι πια σαν εταίρο με ειδικές ανάγκες, αλλά σαν ωφέλιμο σύμμαχο. Είναι αυτό το σκέλος που προσκρούει στον νέο κυνισμό. Η συμφιλίωση με τον κόσμο του Τραμπ συνεπάγεται και αποδοχή μιας πραγματικότητας, στην οποία οι ελληνικές ευαισθησίες χωρούν μόνο σαν οχληροί αστερίσκοι.

Οπως φαίνεται σε μια σειρά από πεδία, από το Λιβυκό μέχρι το Προσφυγικό, η νέα –μετά κρίσιν– Ελλάδα δεν έχει εγγράψει ακόμη τη θέση της στον νέο χάρτη. Τις διαπραγματεύσεις τις κάνουν, ερήμην της, οι άλλοι.

Τη θέση της δεν την ψάχνει. Τη φτιάχνει.

Κώστας Μουτζούρης: Ντουντούκες και τορπίλες

Ενας τρόπος να αντιμετωπίσει κανείς το πρόβλημα είναι ο τρόπος του Κώστα Μουτζούρη. Για τον περιφερειάρχη Βορείου Αιγαίου, το Προσφυγικό δεν επιδέχεται διαχείριση. «Η πατρίς κινδυνεύει», είπε στην απηυδισμένη τοπική κοινωνία. Ο ΟΗΕ, ο Σόρος και άλλοι αόρατοι συνωμότες απειλούν την πατρίδα με αλλοίωση.

Αυτές οι θεωρίες μεταφυσικής διόγκωσης του προβλήματος δεν είναι νέες. Διακινούνται σαν το ζεστό ψωμί στα κοινωνικά δίκτυα. Κυκλοφορούν φύλλα που δεν θα γέμιζαν τις στήλες τους χωρίς αυτές.

Το νέο είναι ότι, εκτός από τους τοπικούς άρχοντες, που έχουν το ελαφρυντικό του αμέσως «πληγέντος», την ίδια οδό υπαρξιακής δραματοποίησης του προβλήματος υιοθετούν μέλη της κυβέρνησης.

Το νέο είναι ότι ο Μουτζούρης γίνεται δεκτός στο Μαξίμου για «διαπραγματεύσεις» με την κυβέρνηση, σαν να εκπροσωπούσε κάποιο εξεγερμένο συνδικάτο. Το ακόμη νεότερο είναι ότι στο Μαξίμου οι θεωρίες του βρήκαν τη θαλπωρή της υπουργικής αγκαλιάς.

Θα ήταν τουλάχιστον αντιπαραγωγικό να μπει κανείς σε ιδεολογική αντιπαράθεση με τα μουτζούρεια δόγματα. Θα έμοιαζε σαν να κουνάει το δάχτυλο στους εκλογείς του Μουτζούρη, που είναι οι πιο επιβαρυμένοι Ευρωπαίοι από τότε που ξέσπασε η ανθρωπιστική κρίση.

Το ερώτημα όμως είναι πώς ελαφραίνει κανείς αποτελεσματικά τον φόρτο των κατοίκων της Λέσβου, της Χίου και της Σάμου; Σπέρνοντας φοβίες και μίσος; Απηχώντας απλώς τη δίκαιη αγανάκτησή τους; Ή, μήπως, φωνάζοντας, όπως ο περιφερειάρχης, ότι η μόνη λύση είναι η «αποτροπή»;

Πίσω από τον ευφημισμό της «αποτροπής», κρύβεται η ιδέα ότι η Ελλάδα μπορεί να βρει διέξοδο από την προσφυγική κρίση, τορπιλίζοντας ψαρόβαρκες με γυναικόπαιδα.

Η κυβέρνηση, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, έχει άλλη πολιτική. Πολιτική την οποία επιβεβαίωσε ο πρωθυπουργός, όταν κλήθηκε να εξηγήσει την επανίδρυση αυτόνομου υπουργείου Μετανάστευσης. Η χάραξη είναι σωστή, είπε. Απλώς η υλοποίηση σκαλώνει σε «επιχειρησιακές δυστοκίες».

Προφανώς, στις «δυστοκίες» δεν προσμετρείται η υπονόμευση της κυβερνητικής πολιτικής από ορισμένους τοπικούς άρχοντες.

Αγκαλιάζοντας τον Μουτζούρη, το Μαξίμου νομιμοποιεί τη ρητορική και τις πρακτικές που εμποδίζουν τον κυβερνητικό σχεδιασμό.

Δικαιώνει όχι μόνο τον πανικό περί εισβολής, αλλά και ένα πρότυπο αντίστασης, που θα μπουν στον πειρασμό να μιμηθούν κι άλλοι παράγοντες της αυτοδιοίκησης, προκειμένου να αποφύγουν οι ίδιοι το πολιτικό κόστος.

Οι δυστοκίες είναι χειροποίητες.