ΑΠΟΨΕΙΣ

Μας υποχρεώνουν σε όσα έπρεπε να γίνουν οικειοθελώς

Η εξέλιξη ήταν αναμενόμενη. Σημαντικά θέματα βαλτώνουν και δεν επιλύονται για έναν απλό λόγο. Αποκτούν πολιτική σημασία. Η επίλυσή τους καθυστερεί, υποβιβάζονται στην κατηγορία ημιμέτρων, αναβάλλονται προς το απώτερο μέλλον. Το καθεστώς και οι διαδικασίες που αφορούν την πτώχευση εντάσσονται στην κατηγορία αυτή επειδή επικεντρώθηκαν σε «πολιτικά» ζητήματα όπως η προστασία της πρώτης κατοικίας.

Ετσι φθάσαμε τα χρέη του ιδιωτικού τομέα να ξεπερνούν τα 250 δισ. ευρώ, δηλαδή είναι σχεδόν 140% του ΑΕΠ. Το Δημόσιο παριστάνει ότι έχει απαιτήσεις που θα εξοφληθούν, οι τράπεζες «κάθονται» σε βουνό από δάνεια που δεν εξυπηρετούνται.

Στο μεταξύ, οι κυβερνήσεις που πέρασαν υποκρίνονταν ότι θα λύσουν το πρόβλημα. Πρώτα ήρθε ο λεγόμενος νόμος Κατσέλη, ο οποίος δεν αντιμετώπισε το θέμα, συμπληρώθηκε από τον νόμο Σταθάκη που συνέχισε στον ίδιο δρόμο, ενεπλάκη ο κώδικας δεοντολογίας των τραπεζών, που «εξασφάλιζε» να μην έχουν προβλήματα οι τραπεζίτες, και τελικά επενέβησαν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί που έβλεπαν ότι κανείς δεν θέλει να λύσει το πρόβλημα. Εγιναν οι 120 δόσεις και το νέο πλαίσιο προστασίας της πρώτης κατοικίας, που λήγει όμως τέλη Απριλίου. Γι’ αυτό χρειάζεται νέος νόμος…

Απ’ όσα γνωρίζουμε, το νέο νομικό πλαίσιο είναι ισορροπημένο. Στηρίζεται στη φιλοσοφία να δοθεί «δεύτερη ευκαιρία» σε όσους ατύχησαν. Λαμβάνει μέτρα κοινωνικής πρόνοιας για όσους έχουν πραγματικές ανάγκες στέγασης, ενώ για τις επιχειρήσεις λαμβάνει υπ’ όψιν το μέγεθος της επιχείρησης και το ποσοστό των πιστωτών που θα κινήσουν την πτωχευτική διαδικασία. Είναι φανερό ότι το νέο καθεστώς προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις πολιτικές προτεραιότητες και την ανάγκη της οικονομίας να μη βουλιάζει εξαιτίας βαρών του παρελθόντος.

Το ενδιαφέρον είναι ότι πάλι η σημαντικότερη τομή γίνεται επειδή είμαστε αναγκασμένοι να προσαρμοστούμε στο ευρωπαϊκό καθεστώς. Το νομοσχέδιο προβλέπει την προσαρμογή του ελληνικού δικαίου στις προβλέψεις της ευρωπαϊκής οδηγίας 1023. Σύμφωνα με αυτήν, οι πιστωτές μιας (χρεοκοπημένης) επιχείρησης έχουν προθεσμία τριών ετών για να διεκδικήσουν την περιουσία της επιχείρησης ή και των φυσικών προσώπων που έχουν ευθύνη. Μετά την παρέλευση της τριετίας, οι οφειλέτες απαλλάσσονται από τα χρέη.

Η σημαντικότερη νέα εξέλιξη είναι ότι τα «σπασμένα» πρέπει να μαζεύονται σε τρία χρόνια. Είναι επανάσταση για χώρα που έχει συνηθίσει σε μακρόσυρτες δικαστικές διαδικασίες. Καμιά ανάλογη περίπτωση στην Ελλάδα, είτε αφορά στεγαστικό δάνειο, οφειλές στο Δημόσιο ή και δάνεια εταιρείας, δεν ολοκληρώθηκε σε τρία χρόνια. Κι αν η επίλυση του θέματος δεν μπορεί να γίνει δικαστικά, προβλέπεται η ευχέρεια εξωδικαστικών συμβιβασμών που επιταχύνουν τις υποθέσεις.

Πρόκειται ίσως για τη σημαντικότερη τομή που έχει γίνει τα τελευταία χρόνια και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι γίνεται επειδή προκύπτει από την ανάγκη προσαρμογής στο ευρωπαϊκό καθεστώς. Καθόλου περίεργο για χώρα που δημιούργησε το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους ύστερα από απαίτηση των ξένων πιστωτών…

Επίσης, σημαντική είναι η διαφοροποίηση που προβλέπει το νομοσχέδιο να ξεχωρίσει εκείνον που σκόπιμα αποφεύγει να πληρώνει τις υποχρεώσεις από τον άλλο που δεν έχει δόλο. Ο δεύτερος, και αφού δέχθηκε να ρευστοποιήσει όποια περιουσιακά στοιχεία είχε για να εξοφλήσει υποχρεώσεις του, απαλλάσσεται από «την κηλίδα» των ανεξόφλητων χρεών και μπορεί να ξαναδανειστεί εφόσον έχει εισόδημα.

Διαφορετική είναι η μεταχείριση όσων δεν προχωρούν σε ρύθμιση χρεών και αποκρύπτουν περιουσιακά στοιχεία. Θα διαπιστώσουν ότι ενισχύθηκαν οι δυνατότητες να πιέζονται από τους πιστωτές είτε είναι τράπεζες είτε εταιρείες που απέκτησαν τις οφειλές τους.