ΑΠΟΨΕΙΣ

Αντώνης Σαμαράς: Ριπές

Ας πούμε ότι έχουν δίκιο οι φίλοι του Αντώνη Σαμαρά. Ας πούμε ότι εκείνος θα ήταν καλύτερος επίτροπος από τον «υπάλληλο της Κομισιόν» που, έχοντας μείνει χρόνια ευρωκράτης, αποξενώθηκε από τα εθνικά δίκαια, όπως τα εννoούν οι ίδιοι.

Ας πούμε ότι έχουν επίσης δίκιο για το έτερο αξίωμα στο οποίο φαντάστηκαν τον πρώην πρωθυπουργό. Η συγκυρία είναι κρίσιμη, όπερ σημαίνει ότι απαιτείτο Βουκεφάλας στην Προεδρία της Δημοκρατίας, και όχι μια πολιτικά αδοκίμαστη και «φιλελέφτ» δικαστίνα. Απαιτείτο κομματικός βετεράνος της εξωτερικής πολιτικής – κι ας μπορούσε κανείς να συναγάγει από τη σταδιοδρομία του ότι θα κόμιζε και στο Προεδρικό Μέγαρο τη δική του, προσωπική εξωτερική πολιτική.

Ακόμη και αν συμμεριστεί κάποιος αυτές τις προτιμήσεις, του ενός βιογραφικού έναντι των άλλων, πώς ακριβώς μπορεί να τις εξηγήσει ως «εσωκομματικές διαφορές»; Πώς μπορεί να συμφωνήσει με την αντιπολίτευση ότι η πίστη στις δεξιότητες –και υπερδεξιότητες– ενός ιστορικού στελέχους συνιστούν «ρεύμα» εντός του κυβερνώντος κόμματος;

Η αλήθεια είναι ότι αυτή τη φιλολογία την τροφοδοτεί η λευκή απεργία του πρώην πρωθυπουργού από τα καθήκοντα της συμπολίτευσης, στη Βουλή. Ο Σαμαράς έχει γίνει, έτσι, ο αγαπημένος του ΣΥΡΙΖΑ – σταθερή πηγή για έναν αντιπολιτευτικό λόγο που, μετεκλογικά, δεν έχει καταφέρει να αρθρώσει τίποτε πιο δραστικό από τρολιές.

Πρέπει άραγε η ηγεσία της Ν.Δ. να προστατευθεί από αυτόν τον θόρυβο – αφού ο Σαμαράς δεν προστατεύει το brand του από παραπολιτικές καταχρήσεις;

Θα ήταν κάπως σόλοικο. Ο ίδιος ο απέχων δεν στέργει να προικίσει την αποχή του με το σκεπτικό μιας διαφωνίας. Αλλοτε την ντύνει με προφάσεις –περί ανειλημμένων οικογενειακών υποχρεώσεων– και άλλοτε με εκδηλώσεις ενός εύθικτου εγωισμού – «εγώ δεν δίνω εξηγήσεις». Δεν θα ήταν σόλοικο να μετέφραζε από μόνο του το κόμμα ως διαφορετική, και δη κολάσιμη, άποψη αυτές τις ιδιοσυγκρασιακές ριπές;

Η αφωνία δεν είναι διαφωνία. Αν θέλει, βέβαια, κανείς να ανακαλύψει τη διαφωνία, θα πρέπει πάλι να διαβάσει πίσω από τις γραμμές, τις προειδοποιητικές βολές που στοχεύουν ήδη να δαιμονοποιήσουν προληπτικά μια προσφυγή στη Χάγη και ένα συμβιβασμό με την Τουρκία.

Οσο όμως αυτή η εσωκομματική αμφισβήτηση της εξωτερικής πολιτικής δεν διατυπώνεται ρητά, οι απουσίες από το Κοινοβούλιο δεν είναι τίποτε περισσότερο από δολιοφθορές ενός προσωπικού ρεβανσισμού. Και δεν μπορεί κανείς ούτε καν να ξεχωρίσει αν η διαφωνία είναι γνήσια ή αν τη γέννησε η ανάγκη για ρεβανσισμό.

Τόσο μύχια ερωτήματα περνούν πια στην αρμοδιότητα άλλων επιστημών. Το βέβαιο είναι ότι όσοι ζητούν από τον Μητσοτάκη να «πάρει μέτρα» κατά του προκατόχου του, ουσιαστικά του ζητούν να δώσει περιωπή πολιτικού προβλήματος σε ένα γινάτι. Εστω, σε δύο γινάτια.