ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι κάμερες και τα δικαιώματα

Οι κάμερες και τα δικαιώματα

Προ ημερών, η «Καθημερινή» δημοσίευσε άρθρο του Γιάννη Σουλιώτη με την πληροφορία ότι θα μπουν κάμερες στα κράνη των αστυνομικών. Υπέθεσα ότι έτσι θα βιντεοσκοπούσαν τους μπαχαλάκηδες και αυτούς με τους οποίους συγκρούονται, ώστε επιτέλους να μάθουμε ποιοι είναι. Οσο προχωρούσε η ανάγνωση, διαπίστωσα με κατάπληξη ότι, αντίθετα, σκοπός της κάμερας θα ήταν να αποτυπώνει τη δράση των ίδιων των οργάνων της τάξης, προφανώς για να τους κάνει να συμπεριφέρονται σαν καθωσπρέπει κυρίες. Εχουμε τρελαθεί τελείως. Η καταστολή της βίας απαιτεί επίσης βία, αλλά κι αυτή δεν φτάνει από μόνη της. Για να αντιμετωπίσεις τον αντίπαλό σου πρέπει και να τον γνωρίζεις. Εδώ επί δεκαετίες διεξάγεται ένας πόλεμος. Από τη μία βρίσκεται το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού. Εχουμε όνομα, επώνυμο, διευθύνσεις στο σπίτι και στη δουλειά, αυτοκίνητο με αριθμό, παιδιά και οικογένεια. Ταυτοποιούμαστε και αν χρειαστεί στοχοποιούμαστε, συμπεριλαμβανομένων αστυνομικών, δικαστών, καθηγητών και άλλων. Από την άλλη υπάρχουν άτομα δίχως πρόσωπο και όνομα. Απειλούν, εκβιάζουν, καίνε, ληστεύουν, τραυματίζουν και έχουν σκοτώσει. Παρανομούν και εγκληματούν.

Ορισμένοι δικαιολογούν τέτοιες συμπεριφορές επικαλούμενοι κοινωνικές αδικίες, ανισότητες και τέτοια. Γίνονται, ίσως άθελά τους, υποκινητές της παράνομης βίας. Το δημοκρατικό πολίτευμα παρέχει και προστατεύει τα μέσα για ειρηνική διαμαρτυρία και διεκδίκηση.

Το φαινόμενο της βίας και του εγκλήματος στις μεγαλουπόλεις δεν πρόκειται να εκλείψει, αλλά μπορεί να περιοριστεί ριζικά με τη συμβολή του στοχευμένου κοινωνικού στιγματισμού. Αυτό προϋποθέτει τη δημοσίευση των ονομάτων και φωτογραφιών εκείνων που προσάγονται για συμμετοχή σε βίαια επεισόδια. Τώρα, απέναντι σε ταυτοποιημένους στόχους βρίσκονται φαντάσματα που γλιστρούν σαν χέλια. Η μάχη θα είναι άνιση μέχρι οι εχθροί της έννομης τάξης, εκτός από ηλικία, να αποκτήσουν όνομα και πρόσωπο. Ακούμε στα δελτία και διαβάζουμε στις εφημερίδες ότι κάθε τόσο προσάγονται ξανά και ξανά οι ίδιοι που μετά αφήνονται ελεύθεροι. Ελάχιστοι συλλαμβάνονται με κάποια συγκεκριμένη κατηγορία, αλλά κι εκείνοι κατά κανόνα πηγαίνουν σπίτι τους για να δικαστούν κάποτε – ποιος ξέρει πότε. Και όσο είναι έξω ξαναρχίζουν τα ίδια.

Τα άτομα στα οποία αναφέρομαι καλύπτουν μια μεγάλη γκάμα περιπτώσεων, αρχίζοντας στο ένα άκρο από γόνους αστικών οικογενειών που θέλουν ν’ αλλάξουν τον κόσμο και καταλήγοντας στο άλλο, σε επαγγελματίες του κοινού ποινικού δικαίου, και κάπου στη μέση της γκάμας τα δοχεία συγκοινωνούν μεταξύ τους. Οι περισσότεροι από εκείνους που τώρα βιαιοπραγούν με το αζημίωτο θα το ξανασκεφτούν εάν ξέρουν πως εάν συλληφθούν πάνω στη δράση τους θα δημοσιευθούν τα στοιχεία τους. Εχουν οικογένειες και σόγια που δεν θα τους αρέσει να βγει το όνομά τους στη φόρα. Η κοινωνία μας στο σύνολό της παραμένει συντηρητική και πατερναλιστική, και θα υπάρξει βέβαιη πίεση από τον περίγυρό τους. Δεν αρκεί να τους ξέρει η αστυνομία. Πρέπει να τους ξέρουν και η γειτονιά και η κοινωνία εναντίον της οποίας στρέφονται. Η δημοσιοποίηση θα βοηθήσει και στο να ξεχωρίσουν τα παραστρατημένα πρόβατα από τους λύκους. Με όλον τον σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα, μου φαίνεται παράλογο να επιλέγει κάποιος την άσκηση βίας και συγχρόνως να επικαλείται την προστασία των προσωπικών του δεδομένων.