ΑΠΟΨΕΙΣ

Η πραγματικότητα την επόμενη μέρα του Brexit

Κι έτσι φτάσαμε στο Brexit. Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι πια μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οι διαπραγματευτές πρέπει τώρα να επικεντρώσουν την προσοχή τους σε πιο δύσκολα θέματα. Οπως είπε κι o φημισμένος Βρετανός φιλοευρωπαίος, Ουίνστον Τσώρτσιλ, «αυτό δεν είναι το τέλος. Δεν είναι ούτε η αρχή του τέλους. Είναι μάλλον το τέλος της αρχής».

Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν αντιπροσωπεύεται πια σε κανέναν ευρωπαϊκό θεσμό, δεν εισακούγεται και δεν έχει το δικαίωμα ψήφου σε κανένα θέμα από εδώ και στο εξής. Αλλά παρ’ όλα αυτά υποχρεούται να υπακούει στους κανόνες της Ευρώπης, τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 2020. Οι συμβιβασμοί που θα γίνουν τους προσεχείς 11 μήνες θα καθορίσουν το οικονομικό τοπίο του Ηνωμένου Βασιλείου για τις επόμενες δεκαετίες.

Είναι κατανοητό ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θέλει να περιορίσει αυτή τη μεταβατική περίοδο στην οποία δεν επιλέγει το ίδιο τους κανόνες που ακολουθεί. Δεν είναι όμως σίγουρο ότι θα υπάρξει συμφωνία μέχρι το τέλος του έτους.

Πόσο εφικτό είναι αυτό; Εάν αυτή η συμφωνία αναφέρεται μόνο σε εμπορικά θέματα, τότε θα πρέπει να επικυρωθεί μόνο από το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Αν είναι όμως κάτι περισσότερο από μια καθαρή συμφωνία εμπορίου, θα χρειαστεί να δώσουν την έγκρισή τους τα εθνικά Κοινοβούλια. Αυτή αποτελεί μια πολύ πιο περίπλοκη και χρονοβόρο διαδικασία.

Τι μπορεί λοιπόν να επιτύχει το Ηνωμένο Βασίλειο σε ένα αναμφισβήτητα σφιχτό χρονοδιάγραμμα; Το Ηνωμένο Βασίλειο θα επιδιώξει να καθορίζει από μόνο του τους κανόνες που ακολουθεί χωρίς να χρειάζεται συμβιβασμούς με την Ευρώπη. Αυτή ήταν άλλωστε και η λογική του Brexit. Ο Μαρκ Κάρνεϊ, διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας, προωθεί αυτήν την τακτική για τις υπηρεσίες που παρέχει το χρηματοοικονομικό κέντρο του Λονδίνου. Ως ένα από τα μεγαλύτερα χρηματοοικονομικά κέντρα στον κόσμο, το Λονδίνο, ισχυρίζεται ο Κάρνεϊ, πρέπει να επιδιώξει να έχει πλήρη ανεξαρτησία επιλογής κανόνων που θα το βοηθήσουν να επεκτείνει το σχετικό πλεονέκτημά του.

Θα συμφωνήσει η Ε.Ε. σε αυτό; Το Λονδίνο έχει στην πραγματικότητα διατελέσει ως οικονομικό κέντρο της Ε.Ε. και της Ζώνης του Ευρώ. Ακόμη και αν η έξοδος από την Ε.Ε. μειώνει το πλεονέκτημα της πόλης, δεν υπάρχει προφανές υποκατάστατο για τη διευκόλυνση παροχής τέτοιων υπηρεσιών στην υπόλοιπη Ευρώπη. Αυτό ισχύει και για τις τραπεζικές υπηρεσίες, αλλά περισσότερο για την πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές. Εφόσον η ένωση κεφαλαιακών αγορών δεν είναι πραγματικότητα στην Ε.Ε., το Λονδίνο θα μπορεί ακόμα να παρέχει πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές που χρειάζεται η ευρωπαϊκή οικονομία.

Ισως μια συμφωνία που αφορά τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες να είναι έτσι εφικτή.

Αλλά ισχύει το ίδιο και για το εμπόριο αγαθών; Το Ηνωμένο Βασίλειο θα προσπαθήσει να παραμείνει όσο το δυνατόν πλησιέστερα στην ενιαία αγορά της Ε.Ε. Η Ενωση από μέρους της θα μπορούσε να συμφωνήσει, αλλά μόνον εφόσον το Ηνωμένο Βασίλειο αποδεχτεί τους κανόνες της αυτολεξεί. Και ταυτόχρονα δεν πρόκειται η Ε.Ε. να συμβιβαστεί σε αυτό το σημείο, καθώς έχει διαπραγματευτικό πλεονέκτημα. Φεύγοντας από την Ε.Ε., το Ηνωμένο Βασίλειο κινδυνεύει να χάσει 27 αγορές. Αυτό αντιπροσωπεύει περίπου το ήμισυ των εμπορικών του συναλλαγών. Η Ε.Ε. κινδυνεύει να χάσει μόνο μία αγορά, και δεν είναι διατεθειμένη να διακινδυνεύσει την ακεραιότητα της ενιαίας αγοράς.

Κι εδώ τίθεται το ερώτημα: Θα μπορούσε το Ηνωμένο Βασίλειο να αποδεχτεί τους ευρωπαϊκούς κανόνες έναντι πρόσβασης στην ενιαία αγορά;

Δυστυχώς οι πιθανότητες δεν είναι μεγάλες. Αλλά, από τη άλλη, ούτε μπορεί να μην έχει μια συμφωνία στα χέρια του μέχρι το τέλος του έτους, καθώς αυτό θα απαιτούσε την παράταση της μεταβατικής περιόδου. Δεδομένων τέτοιων δυνάμεων πόλωσης, η μοναδική διέξοδος είναι να επιτύχουμε μια στενή συμφωνία σε πολύ συγκεκριμένους τομείς. Αυτό θα άφηνε τη Βρετανία ελεύθερη να δημιουργήσει το δικό της θεσμικό πλαίσιο σε όλους τους υπόλοιπους τομείς.

Μαζί με κάποια συμφωνία για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, αυτό ίσως να αρκούσε έτσι ώστε να αποκομίσει η βρετανική ηγεσία μια πολιτική νίκη. Ωστόσο, θα ήταν οικονομικά κακή, καθώς δεν θα είχε αποφύγει τις διαταραχές στο εμπόριο, με δυσμενείς συνέπειες για τη βρετανική βιομηχανία και για όλη την οικονομία. Αλλά επίσης θα επιδείνωνε την οικονομική απόκλιση μεταξύ του Λονδίνου, το οποίο θα συνέχιζε να ευδοκιμεί, και της υπόλοιπης χώρας που θα έχανε τα οφέλη του εμπορίου χωρίς τριβές. Και είναι πραγματικά ειρωνικό πως τέτοιου είδους αποκλίσεις είναι αυτές που τροφοδότησαν, τουλάχιστον εν μέρει, την αρχή του Brexit.

* Η κ. Μαρία Δεμερτζή είναι υποδιευθύντρια του Ινστιτούτου Bruegel στις Βρυξέλλες.