ΑΠΟΨΕΙΣ

Νίκος Παναγιωτόπουλος: Ορτσα

Ψυχραιμία. Ψυχραιμία! Ψυχραιμίααα! Ο χειρότερος τρόπος να πείσεις για την ψυχραμία σου, είναι να τη διατυμπανίζεις. Αυτή την αθέλητη εντύπωση προκάλεσε το σκετσάκι που ανέβασε προχθές ο υπουργός Αμυνας.

Ο Παναγιωτόπουλος προσπάθησε, με χαρίεσσα χαλαρότητα, να μεταφέρει τους διαλόγους που είχε με τον πρωθυπουργό κατά την προσέγγιση του τουρκικού σεισμογραφικού σκάφους – διαλόγους που περιέγραψε ως «ανταγωνισμό ψυχραιμίας» μεταξύ τους. Η ελαφρότητα, όμως, ήταν τόσο δυσανάλογη με το αντικείμενο, που λειτούργησε μάλλον ανησυχαστικά.

Πιο σοβαρό είναι αυτό που ειπώθηκε σοβαροφανώς, χωρίς την ξεκούδουνη κωμικότητα των εκμυστηρεύσεων για τις στιχομυθίες με τον πρωθυπουργό. Ο Παναγιωτόπουλος, λέει, ότι μάλλον το τουρκικό σκάφος κινήθηκε δυτικά, «όρτσα», επειδή ο καιρός θα μπέρδευε τα απλωμένα του καλώδια. Δεν είναι όμως σίγουρος. Μπορεί οι Τούρκοι να ήθελαν να δοκιμάσουν τα ανακλαστικά μας.

Ο ίδιος ο υπουργός Αμυνας, 48 ώρες μετά, αναρωτιέται δημοσίως για το τι συνέβη: είχαμε μη επεισόδιο ή ελαφρύ επεισόδιο; Ο,τι κι αν ισχύει, το συμπέρασμα μάλλον δεν είναι κολακευτικό για τον ίδιο. Είτε υπερδραματοποίησε πολύ ένα συμβάν μετεωρολογικού ενδιαφέροντος είτε το υπερδραματοποίησε λίγο, αφήνοντας μια πρόκληση επιχειρησιακής ρουτίνας να εξελιχθεί σε πολιτικοστρατιωτικό πυρετό.

Είναι διαφωτιστικό ότι η αναμέτρηση του βουλευτή Καβάλας Παναγιωτόπουλου με τον ναύαρχο άνεμο διαδραματίστηκε στην κοπή πίτας της ΝΟΔΕ Καβάλας. Οταν μιλάει κανείς σε δικούς του ανθρώπους, έχει την ανάγκη να τους συγκινήσει· να πασπαλίσει με μιαν εξτρά δόση ανδραγαθίας ακόμη και τον πιο τετριμμένο χειρισμό.

Η αφηγηματική υπερβολή θα ήταν αμελητέα εάν δεν συνδυαζόταν με ανάλογου, ηρωοποιητικού τόνου, αναφορές από άλλες αρμόδιες πηγές, που συνέδεαν τον πλου του «Ορούτς Ρέις» με τη ματαιωθείσα πρόθεση ρίψης στεφάνου στα Ιμια.

Ο θούριος της βασιλόπιτας θα ήταν αμελητέος αν δεν αποτελούσε μέρος ενός ακράτητου βερμπαλισμού, τουλάχιστον αχρείαστου για την αντιμετώπιση της πιο εύφλεκτης συγκυρίας στις ελληνοτουρκικές σχέσεις τα τελευταία 25 χρόνια.

Δεν θα είχε η μυστικότητα τα αντίθετα αποτελέσματα; Αν η πολιτική ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων ήταν φειδωλή στα λόγια, δεν θα κινδύνευε να παρεξηγηθεί η σιωπή ως αμηχανία; Δεν θα άφηνε χώρο στους συνωμοσιολόγους και τους ελληνεμπόρους να χρωματίζουν την κατάσταση με τους δικούς τους όρους;

Θα μπορούσε κάποιος να σκεφτεί και μια ενδιάμεση κατάσταση, όπου η κυβέρνηση έχει καταρτίσει ένα μήνυμα, προς τα μέσα και προς τα έξω, και το υπηρετεί «σφιχτά», με ενιαία γλώσσα. Αν, πάντως, η επιλογή είναι μεταξύ αμφίσημης σιωπής και κακοφωνίας, η πρώτη είναι τουλάχιστον ακίνδυνη.