ΑΠΟΨΕΙΣ

«Ομνύω εις το όνομα της Αγίας, Ομοουσίου…»

Η πανηγυρική συνεδρίαση της Ολομέλειας της Βουλής για την εκλογή, με 261 ψήφους, της νέας Προέδρου της Δημοκρατίας ολοκληρώθηκε με την ανακοίνωση από τον πρόεδρο του σώματος ότι η ορκωμοσία της θα γίνει στις 13 Μαρτίου 2020 «κατά τον τύπο που ορίζει το Σύνταγμα». Ποια είναι, όμως, σχετικώς η πρόνοια του Συντάγματος;

Κατά το άρθρο 33 παρ. 2, ο όρκος τον οποίο δίνει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του είναι «εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος». Και τούτο, παρά το γεγονός ότι μεταξύ των προσόντων εκλογιμότητας του ανώτατου πολιτειακού άρχοντα δεν περιλαμβάνεται πλέον η ιδιότητα του ορθόδοξου χριστιανού, όπως συνέβαινε με το προγενέστερο Σύνταγμα 1952, που όριζε ρητώς ότι «πας διάδοχος του Ελληνικού Θρόνου απαιτείται να πρεσβεύη την θρησκείαν της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας». Να σημειωθεί εδώ ότι οι αλλόθρησκοι βουλευτές έχουν, τουλάχιστον από το Σύνταγμα 1927, τη δυνατότητα να ορκίζονται «κατά τον τύπον της ιδίας αυτών θρησκείας». 

Η συγκεκριμένη τυπολογία της ορκοδοσίας του Προέδρου της Δημοκρατίας προκάλεσε τη διατύπωση τριών διαφορετικών απόψεων: κατά τη μία άποψη, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας οφείλει, κατά το συνήθως άλλωστε συμβαίνον, να είναι ορθόδοξος χριστιανός· κατ’ άλλη, αρκεί να είναι απλώς χριστιανός, άρα όχι αναγκαίως ορθόδοξος και τέλος, ότι θα μπορούσε να εφαρμοστεί, εν προκειμένω, αναλογικώς η διάταξη που προβλέπει τον όρκο αλλόθρησκων ή ετερόδοξων βουλευτών. Ωστόσο, η τελευταία περίπτωση, κατά την οποία η διάταξη του άρθρου 33 θα πρέπει να υποχωρήσει έναντι των άρθρων 4 και 13 του Συντάγματος περί θρησκευτικής ισότητας, που επιβάλλει την ίση μεταχείριση ανεξαρτήτως θρησκευτικών πεποιθήσεων, προϋποθέτει αποδοχή της θεωρίας των «αντισυνταγματικών διατάξεων του Συντάγματος», η οποία δεν γίνεται καταρχήν δεκτή. Παρ’ όλα αυτά κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει ότι εδώ εμφανίζεται μία σημαντική, έστω φαινομενική αντινομία μεταξύ διατάξεων του Συντάγματος και τίθεται το ερώτημα, πώς αυτή μπορεί να αρθεί. Αλλωστε, κερδίζει συνεχώς έδαφος η άποψη πως η «τυπική ισοδυναμία των συνταγματικών κανόνων δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου και την επιχειρηματολογική ισοσθένειά τους …».

Είναι γεγονός ότι το ζήτημα δεν απασχόλησε τις σχετικές συζητήσεις στη Βουλή για την ψήφιση του Συντάγματος 1975… Πάντως, για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας το ισχύον Σύνταγμα χαλάρωσε σαφώς την κατά το προηγούμενο, δημοκρατικό Σύνταγμα (του 1952) σύνδεση Κράτους και Εκκλησίας και δεν επανέλαβε την παλαιά συνταγματική διάταξη (άρθρο 43) ότι ο αρχηγός του κράτους ορκίζεται, παρουσία των υπουργών, των βουλευτών της πρωτεύουσας [και] της Ιεράς Συνόδου, «να προστατεύει την επικρατούσαν θρησκείαν των Ελλήνων», η οποία ήταν, κατά το πρώτο άρθρο του Συντάγματος, ασφαλώς «η της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας».

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το άρθρο 33 παρ. 2 Σ. πρέπει να εναρμονιστεί ερμηνευτικώς με το άρθρο 13 περί θρησκευτικής ελευθερίας. Σε κάθε περίπτωση και προς αποφυγήν ερμηνευτικών περιπλοκών είναι πρόδηλο ότι θα έπρεπε να επεκταθεί συνταγματικώς (ας όψεται η χαμένη ευκαιρία της πρόσφατης αναθεώρησης…) και στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας η δυνατότητα να ορκίζεται, όπως οι ετερόδοξοι ή αλλόθρησκοι βουλευτές, «κατά τον τύπον της ιδίας αυτού θρησκείας». Αλλωστε, ο όρκος συνιστά πράξη κατεξοχήν θρησκευτική, η οποία συνυφαίνεται αρρήκτως με τη θρησκευτική συνείδηση του ανθρώπου. Και, ίσως, όχι μόνο αυτό· θα έπρεπε, προσθέτως, ο τυχόν άθρησκος Πρόεδρος της Δημοκρατίας ή εκείνος που οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις δεν επιτρέπουν τη θρησκευτική ορκοδοσία (ας μη λησμονείται η χριστιανική θεολογία περί όρκου…) να μπορεί, αντί άλλης ορκοδοσίας, να διαβεβαιώνει «στην τιμή και τη συνείδησή του» ότι θα ασκήσει εντίμως τα καθήκοντά του… Μόνο έτσι κατασφαλίζεται η θρησκευτική ελευθερία, η οποία, όπως προσφυώς έχει λεχθεί (Ι. Μ. Κονιδάρης, 1993), «είναι μία κατάκτηση την οποία πρέπει να βιώνουμε και να αποδεικνύουμε καθημερινώς, και όχι απλή διακήρυξη αρχών, την οποία θυμόμαστε όποτε μας συμφέρει, προκειμένου να βαυκαλιζόμαστε ότι ανήκουμε στους πολιτισμένους λαούς»…

* Ο κ. Γεώργιος Ι. Ανδρουτσόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και δικηγόρος.