ΑΠΟΨΕΙΣ

Αυταρχική διακυβέρνηση και δυτική δημοκρατία

Από την εποχή του Πελοποννησιακού Πολέμου η σύγκριση δημοκρατικών και αυταρχικών καθεστώτων ακολουθεί ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο: ναι μεν η δημοκρατία προσφέρει ελευθερία, όμως δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τα αυταρχικά καθεστώτα σε αποτελεσματικότητα. Η σύγχρονη εκδοχή της αντίληψης αυτής αντιπαραθέτει τις δυτικές δημοκρατίες που υποτίθεται πως παρουσιάζουν σημάδια κόπωσης, αν όχι παρακμής, με καθεστώτα σαν την Κίνα που, δίχως αντιπολίτευση και τους χιλιάδες περιορισμούς που δεσμεύουν τις δημοκρατίες, αναπτύσσονται αλματωδώς. Το οικονομικό θαύμα της Κίνας ενισχύει τον πειρασμό της αποδοχής τέτοιου είδους αντιλήψεων.

Εκείνο όμως που δεν γίνεται εξίσου αντιληπτό είναι πως η απουσία ελευθερίας καθιστά τα καθεστώτα αυτά εξαιρετικά ευάλωτα σε μεγάλες κρίσεις. Η ραγδαία εξάπλωση μιας θανατηφόρας επιδημίας στην Κίνα αναδεικνύει με τον σαφέστερο τρόπο τα σοβαρά μειονεκτήματα της αυταρχικής διακυβέρνησης. Δύο κυρίως είναι οι διαστάσεις της: η δυσκολία της κρατικής μηχανής να ανταποκριθεί σε έκτακτα περιστατικά και η χρήση σπασμωδικών αυταρχικών μέτρων που εκδηλώνονται σχεδόν αυτόματα μόλις η δυσκολία αυτή καταστεί εμφανής στους πάντες.

Είναι φανερό πως η αρχική αντιμετώπιση του ιού από τις κινεζικές αρχές υπήρξε τραγικά ανεπαρκής και χαρακτηρίστηκε από υπέρμετρη ευθυνοφοβία και παράλυση. Οταν πρωτοεμφανίστηκε ο ιός στην πόλη Γουχάν, το διάστημα 31 Δεκεμβρίου -17 Ιανουαρίου, η πληροφόρηση υπήρξε αόριστη και παραπλανητική. Η Εθνική Επιτροπή Υγείας της Κίνας εξέδωσε την πρώτη της ανακοίνωση μόλις στις 19 Ιανουαρίου, ουσιαστικά «πετώντας το μπαλάκι» στις εντελώς απροετοίμαστες και ουσιαστικά αναρμόδιες τοπικές αρχές. Αυτές αντέδρασαν με σπασμωδικό τρόπο, απέφυγαν να πληροφορήσουν το κοινό και εξανάγκασαν τους πρώτους γιατρούς που έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου σε σιωπή. Μάλιστα, έναν από αυτούς, τον 34χρονο Λι Γουενλιάνγκ που τόλμησε να μιλήσει για τον ιό τον Δεκέμβριο, τον κατηγόρησαν για διασπορά ψευδών ειδήσεων. Ο ίδιος μολύνθηκε από τον ιό και πέθανε πρόσφατα. Ο δήμαρχος δικαιολόγησε τη στάση αυτή ισχυριζόμενος πως δεν θα μπορούσε να κάνει το παραμικρό δίχως την έγκριση ανωτέρων του κομματικών αξιωματούχων, που όμως είχαν παραλύσει και αυτοί. Με τον τρόπο αυτό έγινε μια σειρά από τραγικά σφάλματα, π.χ. δεν απαγορεύθηκε ένα πανηγύρι με 40.000 οικογένειες για το κινέζικο νέο έτος. Επιδημιολογικές αναλύσεις επιβεβαιώνουν τις καταστροφικές συνέπειες των χειρισμών αυτών.

Η διαχείριση αυτή είχε δύο επιπτώσεις. Πρώτον, ένα πρωτοφανές κύμα λαϊκής οργής κατά της κυβέρνησης, που εκδηλώθηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ξεφεύγοντας από τους λογοκριτές και στοχεύοντας τον ίδιο τον ηγέτη της χώρας Σι Τζινπίνγκ, ο οποίος εξαφανίστηκε από το προσκήνιο τροφοδοτώντας τεράστια φημολογία.

Δεύτερον, ένα τεράστιο κύμα καταστολής, που οι Αρχές εξαπέλυσαν στην προσπάθειά τους να ανακτήσουν το χαμένο έδαφος και να ελέγξουν την επιδημία, αλλά και την λαϊκή οργή. Τόσο στην ίδια τη Γουχάν, μια πόλη 11 εκατομμυρίων ανθρώπων, όσο και στην ευρύτερη περιοχή όπου ζουν 50 εκατομμύρια, έχουν απαγορευθεί οι μετακινήσεις και έχουν επιβληθεί δρακόντειες ποινές για όσους τις παραβιάζουν. Επειδή όμως η εμπιστοσύνη στο καθεστώς έχει καταρρεύσει, παρατηρούνται ήδη κρούσματα ανυπακοής, με αποτέλεσμα πολλές παράνομες μετακινήσεις και σημαντικές ελλείψεις αγαθών.

Προφανώς και στις δημοκρατίες γίνονται αντίστοιχα λάθη. Ομως, εκεί υπάρχουν διορθωτικοί μηχανισμοί που επιτρέπουν την ευέλικτη προσαρμογή τους, όπως έχει περιγράψει με εξαιρετικό τρόπο ο Βρετανός πολιτικός φιλόσοφος David Runciman. Αυτό συμβαίνει και γιατί οι πολίτες μπορούν να εκφραστούν ελεύθερα και γιατί οι πολιτικοί είναι αναγκασμένοι να λαμβάνουν άμεσα υπόψη τους την κοινωνική κατακραυγή.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, κάτοχος της έδρας Gladstone στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.