ΑΠΟΨΕΙΣ

Κλείστε τα αυτιά και ανοίξτε τα μάτια

Επτά μήνες μετά τις βουλευτικές εκλογές και η κυβέρνηση Μητσοτάκη φαίνεται –παρά τα λάθη της, τις αρρυθμίες ή κάποιες γκάφες της– να κρατάει ιδιαίτερα υψηλή δημοφιλία, και να συνεχίζει να απολαμβάνει τον… μήνα του μέλιτος ασφαλώς ανάμεσα στους ψηφοφόρους της Νέας Δημοκρατίας αλλά και του Κινήματος Αλλαγής – ακόμη και σε μέρος των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ.

Κυριότερος λόγος της επιτυχίας της ήταν ότι στις δύο σημαντικότερες προεκλογικές δεσμεύσεις του κ. Μητσοτάκη, πρώτον, για την επιστροφή της χώρας στην κανονικότητα μέσω της μείωσης της φορολογίας και της τόνωσης της οικονομικής ανάπτυξης και, δεύτερον, για την πάταξη της ανομίας, η κυβέρνηση παίρνει υψηλή βαθμολογία.

Φορολογικές μειώσεις και ελαφρύνσεις έχουν εξαγγελθεί από τους πρώτους κιόλας μήνες, ετοιμάζεται και πακέτο για την κατατρεγμένη μεσαία τάξη, ενώ φανερή είναι η αγωνιώδης προσπάθεια για προσέλκυση νέων επενδύσεων αλλά και για την εκκίνηση κάποιων εμβληματικών επενδυτικών πρότζεκτ (Ελληνικό, Κασσιόπη) σε ένα κράτος της πλάκας, όπου για να ανοίξεις τυροπιτάδικο θέλει γραφειοκρατικά τρεχάμενα έξι μηνών αλλά και… γρηγορόσημο.

Παράλληλα, τα Εξάρχεια έχουν πάψει πλέον να είναι κράτος εν κράτει διοικούμενο από τους αναρχοαυτόνομους, κτίρια υπό πολυετή κατάληψη αποδίδονται στους ιδιοκτήτες τους, ενώ η αστυνομία με συχνές περιπολίες στους δρόμους κάνει επιτέλους τη δουλειά της.

Μεγάλο, ωστόσο, μερίδιο στην ικανοποίηση των πολιτών από την κυβέρνηση έχει ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης, ο οποίος από την πρώτη κιόλας μέρα ανάληψης της εξουσίας έδειξε έτοιμος να αντεπεξέλθει στα καθήκοντά του. Είχε σχέδιο, προτάσεις, αλλά και πολιτική βούληση για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα και να προχωρήσει σε μεταρρυθμιστικές τομές.

Παράδειγμα, η ίδρυση υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Με νεαρό υπουργό που έχει το «know how», και στόχο την ψηφιακή αναμόρφωση του κράτους –νέες ταυτότητες, ψηφιακή υπογραφή, διασύνδεση όλων των υπηρεσιών του Δημοσίου σε ένα κοινό πληροφοριακό σύστημα, αριθμός έκτακτης ανάγκης 112 κ.ά.– έδωσε νέο αέρα εκσυγχρονισμού στην κυβέρνηση.

Η μεγαλύτερη, όμως, έκπληξη της πρωθυπουργίας Μητσοτάκη είναι η σαφής προσήλωση και επιμονή του ίδιου στην πολιτική μετριοπάθεια, ακόμη και σε θέματα που θεωρούνται ιδεολογικά «ταμπού» για ένα συντηρητικό κόμμα.

Με αυτόν τον τρόπο, ενώ είναι ο κ. Τσίπρας που έχει ως κύριο στόχο το άνοιγμα στον χώρο του κέντρου και την προσέγγιση του Κινήματος Αλλαγής, είναι ο κ. Μητσοτάκης αυτός που έχει ήδη καταλάβει τον κεντρώο χώρο με συγκεκριμένες πρωτοβουλίες:

• Με την επιλογή για κατάργηση της, εκτός τόπου και χρόνου, απλής αναλογικής του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία οδηγεί σε ακυβερνησία (με 40% το πρώτο κόμμα βγάζει μόλις 130 έδρες). Και η υιοθέτηση ενός μετριοπαθούς συστήματος ενισχυμένης αναλογικής που δίνει οριακή πλειοψηφία στο πρώτο κόμμα με 38% όταν ο νόμος Κούβελα που είχε ψηφίσει παλαιότερα η Ν.Δ. έδινε με 40% των ψήφων 185 βουλευτές.

• Με την προοδευτική επιλογή για την Προεδρία της Δημοκρατίας μιας γυναίκας κεντροαριστερής πολιτικής τοποθέτησης με βαρύ βιογραφικό και όχι ενός συντηρητικού υποψηφίου από τα σπλάχνα του κόμματος – όπως ζητούσε η βάση. 

• Με την επιλογή τοποθέτησης στελεχών του ΠΑΣΟΚ (Χρυσοχοΐδης, Μενδώνη, Πιερρακάκης) σε σημαντικές θέσεις του Υπουργικού Συμβουλίου  περνώντας το μήνυμα ότι ο χώρος του ΠΑΣΟΚ –κόκκινο πανί για τη Ν.Δ. επί δεκαετίες– είναι συμμαχικός στη νέα πορεία του τόπου.

Ευτύχημα για την κυβέρνηση είναι ότι ακόμη δεν έχει αντιπολίτευση. Ο κ. Τσίπρας και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ παραμένουν προσκολλημένοι σε ιδεολογικά κλισέ περί ακροδεξιάς διακυβέρνησης Μητσοτάκη που δεν πείθουν ούτε καν τους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ το κόμμα δεν έχει κάνει ακόμη ούτε μία σοβαρή πρόταση για το μέλλον της χώρας.

Το μεγάλο στοίχημα του κ. Μητσοτάκη είναι να κλείσει τα αυτιά και να μη χάσει τον στόχο από τα μάτια του. Να μην παρασυρθεί σε καθημερινή μικροπολιτική διαχείριση των χρόνιων παθογενειών που ταλανίζουν τη χώρα. Απαιτείται να συνεχίσει αταλάντευτα τις μεταρρυθμίσεις που θα βοηθήσουν την Ελλάδα να πετάξει τα βαρίδια της και να κάνει το απαιτούμενο αναπτυξιακό άλμα για να κλείσει το χάσμα που τη χωρίζει από την προηγμένη Ευρώπη.