ΑΠΟΨΕΙΣ

Στο ύψος των περιστάσεων

Πριν από λίγες ημέρες, ο αναπληρωτής σύμβουλος Ασφαλείας Θάνος Ντόκος, άριστος γνώστης των εθνικών θεμάτων, σε συνέντευξή του αναφέρθηκε σε ένα «ταμπού» των ελληνοτουρκικών σχέσεων, τη συνεκμετάλλευση στο Αιγαίο. Στη σημερινή συγκυρία συνεχών τουρκικών απειλών εκ μέρους του Ταγίπ Ερντογάν, μια τέτοια αναφορά θεωρήθηκε διπλωματικό φάουλ. Γι’ αυτό και ο κ. Ντόκος έσπευσε να ανακαλέσει θέτοντας την παραίτησή του στη διάθεση του πρωθυπουργού.

Ωστόσο, επί της ουσίας, ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, στόχος της Ελλάδας και της Τουρκίας είναι, κάποτε, αφού βρουν μια λύση για τις διαφορές τους μέσα από τη διαδικασία διαλόγου μεταξύ των υπουργείων Εξωτερικών, να προσφύγουν στο Δικαστήριο της Χάγης για τον διαμοιρασμό της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου.

Που θα οδηγήσει στη συνεκμετάλλευση των υποθαλάσσιων ενεργειακών πόρων. Δεν πρέπει να συγχέουμε την πραγματικότητα με τις επιθυμίες μας κι αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος –σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο– να προχωρήσουμε μπροστά για να βγούμε κάποτε ειρηνικά από το σημερινό αδιέξοδο.

Στο ενδιάμεσο, θα πρέπει η Αθήνα να μην έχει «ταμπού» και απαγορευμένες λέξεις. Να έχει ανοικτό μυαλό και να μην ξεχνάει ότι απέναντί της βρίσκεται ένας επιθετικός γείτονας ο οποίος προβάλλει εξωφρενικές αξιώσεις. Ενας γείτονας που συν τοις άλλοις ισχυροποιείται οικονομικά, στρατιωτικά και γεωπολιτικά συνεχώς. Το ΑΕΠ του ήταν κοντά στο δικό μας πριν από 20 χρόνια και σήμερα είναι τέσσερις φορές μεγαλύτερο, η στρατιωτική του μηχανή έχει εκσυγχρονιστεί και βασίζεται κατά 80% στην εγχώρια βιομηχανία, ενώ ο κ. Ερντογάν έχει αναβαθμίσει τη θέση του ως «φίλος» του προέδρου Τραμπ και συνομιλητής του προέδρου Πούτιν.

Ο μόνος τρόπος για να μπορέσουμε να υπερασπιστούμε τα δικαιώματά μας και να υποχρεώσουμε τους Τούρκους να σεβαστούν την ειρήνη στο Αιγαίο είναι να ποντάρουμε στις συμμαχίες μας και να ενισχύσουμε τις Ενοπλες Δυνάμεις της χώρας καλύπτοντας τις «μαύρες τρύπες» που δημιούργησαν τα τρία μνημόνια. Ομως δεν αρκεί αυτό. Η Ελλάδα θα πρέπει να αναβαθμίσει την αποτρεπτική της ισχύ βάζοντας σε κίνηση την οικονομία της, προωθώντας την επινοητικότητα και την καινοτομία και προσελκύοντας όσο το δυνατόν περισσότερες ξένες επενδύσεις στη χώρα. Και αυτό θέλει σχέδιο, εθνική συσπείρωση και σοβαρότητα, και όχι αντιπολίτευση με μικροπολιτικές σκοπιμότητες. Το άλμα ανάπτυξης της χώρας δεν είναι μόνο επιθυμητός εθνικός στόχος, είναι στρατηγική επιβίωσης. Την οποία μπορούμε να επιτύχουμε αν αρθούμε όλοι, πολίτες και πολιτικοί, στο ύψος των περιστάσεων.