ΑΠΟΨΕΙΣ

Καμία ανοχή, αμείλικτη πάταξη

Η στοχοποίηση του Αρη Πορτοσάλτε και η επιχείρηση εκφοβισμού του από τον «Ρουβίκωνα» ήταν αναμενόμενη ως συμβάν. Με την έννοια ότι κάποια μέρα, κάποια ώρα, κάποια στιγμή, ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος με δημόσιο λόγο θα μπορούσε να πέσει θύμα φασιστικής βίας προκειμένου να τιμωρηθεί για τις απόψεις του και εντέλει να φιμωθεί. Προηγήθηκαν άλλοι, αυτή τη φορά ήταν ο συγκεκριμένος συνάδελφος, αύριο θα είναι κάποιος άλλος. Για να ακολουθήσουν πάλι φωνές καταδίκης του φαινομένου, συμπαράστασης στο θύμα, αλλά και φωναχτές ή ενδόμυχες σκέψεις του τύπου «καλά να πάθει» από κάποιους αντίθετης τοποθέτησης. Γιατί τέτοιοι υπάρχουν και το διαπιστώσαμε και αυτή τη φορά.

Οι απόπειρες φίμωσης εκείνων με τους οποίους δεν συμφωνούν οι αντίθετοι έχουν παράδοση και πήραν ποικίλες μορφές στην Ελλάδα των διακοσίων ετών. Τα τελευταία χρόνια όμως, αυτά της κρίσης και των μνημονίων, το φαινόμενο βρίσκεται σε έξαρση και απέκτησε μια οργανωμένη φασιστική διάσταση. Πότε με αφίσες «επικήρυξης» και φωτογραφίες δημοσιογράφων που θεωρούνταν «εχθροί του λαού», άλλοτε με χαρακτηρισμούς του τύπου «γερμανοτσολιάδες» και «Τσολάκογλου», πολλές φορές με βρισιές στα κοινωνικά δίκτυα ή με ανάλογα σχόλια σε δημοσιευμένες γνώμες και αναλύσεις. Είδαμε ακόμη και παραπομπή δημοσιογράφων στο πειθαρχικό της ΕΣΗΕΑ επειδή οι απόψεις τους δεν ήταν αρεστές σε απερίγραπτους που είχαν τα πόστα εκείνες τις μέρες, ενώ τώρα η κλιμάκωση φτάνει σε επιθέσεις εκφοβισμού και βανδαλισμούς στον τόπο κατοικίας του Πορτοσάλτε. Για να φοβηθεί για την ασφάλεια όχι μόνο του εαυτού του, αλλά και της οικογένειάς του…

Ολα αυτά ανάγονται, φυσικά, στον περιορισμό της ελευθεροτυπίας και της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών. Ωστόσο, το συμπέρασμα ακούγεται μάλλον αδύναμο και επιεικές, σαν να καταλήγει κανείς εκεί για την τιμή των όπλων. Ομως, πρέπει να συνδυαστεί με τις βίαιες εισβολές στους πανεπιστημιακούς χώρους και τις καταστροφές εκεί (μόλις τις προάλλες έγιναν δύο στο Πανεπιστήμιο Πειραιά), την παρεμπόδιση παραδόσεων από καθηγητές για λόγους δήθεν ιδεολογικούς, τα ξυλοφορτώματα αντιφρονούντων, τις στοχοποιήσεις προσώπων, τους βανδαλισμούς. Μιλάμε για καθαρά φασιστικές εκδηλώσεις, για τις οποίες δεν υπάρχουν ελαφρυντικά και δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές, ακόμη και στην Ελλάδα της απαράδεκτης ανοχής και της πλήρους ασυδοσίας.

Την ευθύνη γι’ αυτά τα φαινόμενα και αυτή την κατάσταση τη μοιράζονται πολλοί. Πρωτίστως η πολιτική τάξη, οι αρχές προστασίας του πολίτη, οι δικαστές, τα μίντια, αλλά και γενικά η αποχαυνωμένη ελληνική κοινωνία. Που δεν καταλαβαίνουν ότι οι επιθέσεις του «Ρουβίκωνα» δεν απέχουν από τη βία που παρατηρείται στα γήπεδα από τους οργανωμένους, από την απειθαρχία που επικρατεί στα σχολεία και τα διάφορα επεισόδια στα ΕΠΑΛ, από τη βία που ασκούσαν ανενόχλητοι οι «φαιοχίτωνες» της Χρυσής Αυγής ή από τη συμμορία που έφτιαξαν οι νεαροί «βιτζιλάντες» στη Λέσβο για να κυνηγήσουν μετανάστες. Τα δημοκρατικά καθεστώτα έχουν υποχρέωση να αυτοπροστατευτούν και η μόνη μέθοδος είναι η αμείλικτη πάταξη των φασιστικών εκδηλώσεων, όποιο μανδύα και να φορούν!