ΑΠΟΨΕΙΣ

Γιάννα Αγγελοπούλου: Δάφνες

Γιάννα Αγγελοπούλου: Δάφνες

Η  ομορφιά επαφίεται στο βλέμμα του βλέποντος. Η ομορφιά του σήματος εξαρτάται από τις σημασίες που είναι προεγκατεστημένες πίσω από το βλέμμα και το κατευθύνουν.

Στο σήμα του 2021, ένας έβλεπε τα σγουρά νήματα της Iστορίας να συναντούν την επέτειο του ’21· και άλλος έβλεπε αυτό που δεν ήταν εκεί. Δεν ήταν εκεί ο σταυρός, το καριοφίλι, οι δάφνες, το τσαρούχι. Δεν ήταν ένα λάβαρο, αλλά μια γραφιστική δοκιμή ύφους πολύ νεωτερικού για να μπορεί να προσαρμοστεί στα στερεότυπα της εθνικής ταυτότητας.

Αυτή ίσως είναι η πολιτική αρετή της αφαιρετικής αισθητικής του σήματος: Δεν είναι μια εικόνα που πάει να επιβληθεί ως έμβλημα. Είναι περισσότερο η απεικόνιση του ελάχιστου που μας συγκροτεί ως εθνικό σύνολο. Εικοσιένα και τέλος. Εικοσιένα και για τα υπόλοιπα βάλτε τη φαντα-σία σας να δουλέψει.

Για όσους αντιλαμβάνονται την εθνική ταυτότητα ως τετελεσμένη –πλασμένη μόνο με παρελθόν– αυτό το σήμα είναι, αναμενόμενα, κενό. Δεν βρίσκουν τίποτε με το οποίο μπορούν να ταυτιστούν. Τίποτε που να αναπαριστά τις σχολικές τους βεβαιότητες.

«Αυτό το σήμα», έλεγε συστήνοντάς το η πρόεδρος της Επιτροπής για το 2021, «είναι το σήμα μας». «Ας το βάλουμε όλοι στην καρδιά μας». Πώς, όμως, να διακινδυνεύσεις να βάλεις στην καρδιά σου τόσο πολύ, τόσο παχύ μινιμαλισμό;

Ο «πολύς μινιμαλισμός» θα ήταν αντίφαση, αν δεν τον είχε ενσαρκώσει η διερμηνεία της μακέτας από την πρόεδρο. Επιλέγοντας να υποτάξει την εικαστική ταυτότητα της επετείου στο προσωπικό της στυλιζάρισμα, η Γιάννα Αγγελοπούλου αβγατίζει τον μινιμαλισμό.

Εκείνη, μόνη σε υπερφωτισμένη περίπτυξη με την κάμερα, επισκιάζει αυτό που διαφημίζει. Εκείνη είναι η εικόνα.

Αυτό το one-woman-show μοιάζει να δικαιώνει όσους υποψιάζονταν ότι, καθώς

θα εκτυλισσόταν το εθνικό εγχείρημα, δύσκολα θα ξεχώριζε από τον ατομικό ακκισμό. Είναι όμως ακόμη νωρίς.

Αν επιλέξει κάποιος να δει το άλλο, το λιγότερο προβεβλημένο βίντεο, όπου το σήμα πρωταγωνιστεί κυματίζοντας χωρίς υποβολέα, μπορεί να παρηγορηθεί με τη σκέψη ότι τουλάχιστον αποφεύγεται το φολκλόρ.

Ακόμη ασχημάτιστη, η κυοφορούμενη επέτειος δείχνει έτσι, με τις αναπεπταμένες κορδέλες, να περνάει αβλαβής από τις συμπληγάδες των ναρκισσισμών: του εθνικού ναρκισσισμού, που αναζητεί σε αυτή μια φάμπρικα ανακύκλωσης των μύθων· και του προσωπικού, που τη διεκδικεί σαν αξεσουάρ.

«Είναι», λέει η μασκότ, «η ευκαιρία μας να ξεφύγουμε από την καθημερινό-τητα· να γιορτάσουμε όπως μόνο οι Ελληνες ξέρουμε». Αν το πάρει κανείς τοις μετρητοίς, η ανάταση θα έρθει διά της αναψυχής. Προσεχώς τριγλυκερίδια. Προσεχώς «όπα!».