ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Μπάιντεν, η Ελλάδα και οι τέσσερις υποψήφιοι

Υστερα από μήνες αβεβαιότητας και θεωρητικών υπολογισμών, εισερχόμαστε πλέον στην ουσιαστική φάση της διαδικασίας ανάδειξης του αντιπάλου του Ντόναλντ Τραμπ στις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου.

Το αρχικά θολό τοπίο των δεκάδων υποψηφίων στο στρατόπεδο των Δημοκρατικών ξεκαθαρίζει. Υπάρχουν πλέον τέσσερις πολιτικοί με σοβαρές πιθανότητες, ο καθένας με τα δικά του χαρακτηριστικά. Ολα δείχνουν ότι από αυτούς θα επιλεγεί ο Δημοκρατικός υποψήφιος.

Τα μέχρι τώρα αποτελέσματα δείχνουν ότι σε αυτή την τετράδα δεν θα περιλαμβάνεται ο μέχρι πρότινος θεωρητικά ισχυρότερος υποψήφιος, πρώην αντιπρόεδρος Τζο Μπάιντεν. Για μια σειρά από λόγους η υποψηφιότητά του ξεθώριασε.

Η Ελλάδα και η Κύπρος χάνουν έναν δεδηλωμένο φίλο, έναν από τους ελάχιστους σημαίνοντες Αμερικανούς πολιτικούς, ο οποίος ήξερε τα θέματα, γνώριζε πρόσωπα και πράγματα, είχε επισκεφθεί την Αθήνα και τη Λευκωσία, και είχε συνεργασθεί με τον ελληνισμό, με ειλικρίνεια και ευθύτητα.

Οι πολύχρονοι δεσμοί του με την ελληνοαμερικανική κοινότητα δημιούργησαν αποτελεσματικούς διαύλους επικοινωνίας, επέτρεψαν πολλές χρήσιμες παρεμβάσεις και διευκόλυναν καταστάσεις, άλλοτε δημόσια, άλλοτε στο παρασκήνιο.

Η διαφαινόμενη υποχώρηση της απήχησής του στο εσωκομματικό ακροατήριο δεν αποτελεί ευπρόσδεκτη εξέλιξη για τον ελληνισμό. Αλλά είναι γεγονός. Είναι σαφές ότι η υποψηφιότητά του δεν έχει δυναμική. Αυτή είναι η γοητεία –για άλλους, η κατάρα– των προκριματικών στην Αμερική. Τα πάντα μπορούν να ανατραπούν. Το φαβορί να καταποντιστεί και κάποιος άγνωστος να εκτοξευθεί στην κορυφή.

Υστερα από σχεδόν μισόν αιώνα στην ενεργό πολιτική, ο 78χρονος Μπάιντεν βρίσκεται αντιμέτωπος με δεδομένα που δεν δικαιολογούν αισιοδοξία. Η σκληρή αλήθεια είναι πως, αν και υπήρξε εξαιρετικός αντιπρόεδρος και για έξι θητείες επιτυχημένος γερουσιαστής, δεν τα κατάφερε στις επανειλημμένες απόπειρές του –και ήταν τρεις– για το προεδρικό χρίσμα. Το 1988 έχασε από τον Μάικ Δουκάκη, το 2008 από τον Μπαράκ Ομπάμα και τώρα, παρότι εξακολουθεί να διεκδικεί το χρίσμα, και είναι ακόμη νωρίς, οι ενδείξεις δεν είναι ενθαρρυντικές.

Εναποθέτει πλέον τις ελπίδες του στην επόμενη αναμέτρηση, στη Νότια Καρολίνα, σε δέκα ημέρες, αλλά μετά τα άσχημα αποτελέσματα σε Αϊόβα και Νιου Χαμσάιρ, το άστρο του έχει απολέσει την όποια λάμψη διέθετε.

Η «επόμενη μέρα» στο Δημοκρατικό Κόμμα, καθώς προχωράμε προς τις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου, έχει αρχίσει να σκιαγραφείται. Ο 79χρονος ανεξάρτητος γερουσιαστής του Βερμόντ, Μπέρνι Σάντερς, ο οποίος συντάσσεται εδώ και δεκαετίες με τους Δημοκρατικούς αλλά αυτοχαρακτηρίζεται σοσιαλιστής, κάτι όχι εύπεπτο στο αμερικανικό πολιτικό σκηνικό, εκπροσωπεί την αριστερή πτέρυγα του κόμματος. Ο νικητής στην Αϊόβα, 38χρονος πρώην δήμαρχος του Σάουθ Μπεντ, Πιτ Μπούτιτζιτζ, και η μετριοπαθής γερουσιαστής της Μινεσότα, Εϊμι Κλόμπουτσαρ, που είχε μια απρόσμενα καλή εμφάνιση στο Νιου Χαμσάιρ, εκπροσωπούν την κεντρώα πτέρυγα, ενώ την τετράδα των κυριότερων διεκδικητών του χρίσματος συμπληρώνει ο πρώην δήμαρχος της Νέας Υόρκης, Μάικ Μπλούμπεργκ.

Επί δεκαετίες μέλος του Δημοκρατικού Κόμματος, ο Μπλούμπεργκ κέρδισε τη δημαρχία το 2001 ως Ρεπουμπλικανός. Στη συνέχεια ανεξαρτητοποιήθηκε, για να επανέλθει τελικά στο Δημοκρατικό Κόμμα και τώρα να διεκδικεί το χρίσμα για την προεδρία. Μεγιστάνας με περιουσία άνω των εξήντα δισεκατομμυρίων δολαρίων και προοδευτική ατζέντα σε κοινωνικά θέματα, από την πολυπολιτισμικότητα μέχρι την κλιματική αλλαγή, η υποψηφιότητά του προκαλεί αντιδράσεις στη βάση του Δημοκρατικού Κόμματος που μάχεται κατά της ανισότητας.

Ο κίνδυνος για τους Δημοκρατικούς είναι η διαίρεση ανάμεσα στην Αριστερά και στη μετριοπαθή πτέρυγα, αν και η βαθιά επιθυμία της νίκης επί του Τραμπ εκτιμάται πως θα λειτουργήσει τελικά ως συγκολλητική ουσία και θα εξασφαλίσει την ενότητα.

​​​​​​Σε ό,τι αφορά τα ελληνικού ενδιαφέροντος θέματα, η Αθήνα, όπως και η ομογένεια, καλείται να εστιάσει στους τέσσερις εναπομείναντες υποψηφίους, να διαγνώσει προτεραιότητες, να εντοπίσει αρμόδια στελέχη και στην πορεία να προβάλει θέσεις και επιχειρήματα. Οσο πιο σύντομα οικοδομούνται οι επαφές, τόσο πιο αποτελεσματικές δύνανται να αποδειχθούν όταν χρειασθεί.