ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο α λα καρτ ορισμός του εγκλήματος

Υπάρχουν εγκλήματα που αφήνουν λίγο ώς πολύ αδιάφορο το μη εμπλεκόμενο κοινό. «Αντρο αλλοδαπών μαφιών η κάτω περιοχή Ομονοίας», «άλλος ένας επίορκος», λένε, και ξεχνούν. Διαστάσεις κινηματογραφικού θρίλερ έλαβε η συμπλοκή στη Μενάνδρου μεταξύ αντίπαλων συμμοριών, με έναν νεκρό και έναν τραυματία. Για μια χούφτα λαθραία τσιγάρα, ήταν η είδηση· στην πραγματικότητα, για τον έλεγχο του οργανωμένου εγκλήματος στην περιοχή – το θύμα είχε αρνηθεί να πληρώσει στους θύτες «προστασία» για τη διακίνηση των λαθραίων. Ομοίως, με επεισόδιο αμερικανικής αστυνομικής σειράς έμοιαζε η σύλληψη του αστυνομικού της ομάδας ΔΙΑΣ, που λήστευε με το υπηρεσιακό του περίστροφο βενζινάδικα και περίπτερα – 11 ληστείες φέρεται να είχε διαπράξει.

Αντίθετα, άλλα εγκλήματα –επιθέσεις τσαντάκηδων, κλοπές, διαρρήξεις σπιτιών…– εγείρουν έναν μαζικό φόβο, έναν ηθικό πανικό, μια μόνιμη ταραχή, όχι αδικαιολόγητη σε περιοχές με υψηλά ποσοστά εγκληματικότητας, αλλά εν γένει δυσανάλογα μεγαλύτερη από τη στατιστική πιθανότητα να πέσει κάποιος θύμα. Και οδηγούν, όπως έχουν δείξει έρευνες, σε οξύ άγχος, υπερβολικό αυτοεγκλεισμό, ξενοφοβικά στερεότυπα.

Ο ορισμός της σοβαρής παραβατικότητας μοιάζει σήμερα ρευστός. Επαναπροσδιορίζεται με βάση το προσωπικό αίσθημα ασφάλειας και τον κοινωνικο-ιδεολογικό προσανατολισμό. Το έγκλημα έξω από την ακτίνα δράσης, ακόμη και το ιδιαίτερα βαρύ (ξεκαθαρίσματα στον κόσμο της νύχτας, αλλοδαπές μαφίες), θεωρείται ξένο, ανώδυνο, δεδομένο, μακρινό.

Το ίδιο και τα «δυσδιάκριτα» στον πολίτη εγκλήματα (οικονομικό και ηλεκτρονικό έγκλημα, εμπόριο ανθρώπων, επιθέσεις μίσους με θύματα μειονότητες). Από την άλλη, η εγκληματικότητα εντός των ζωνών ενδιαφέροντος δείχνει να αποτελεί ασύμμετρη απειλή. Την ίδια στιγμή, ως κανονικότητα προσλαμβάνονται πράξεις που κάθε πολιτεία θεωρεί παράνομες: οι καθημερινές αντιστάσεις στους νόμους του κράτους (εισφοροδιαφυγή, φοροδιαφυγή, βανδαλισμοί, δολιοφθορές, παραβάσεις του ΚΟΚ, εμπρησμοί κ.ά.)· η ανομία και η βία ταυτίζονται με την ιδεολογική αντιπαράθεση και τη δημοκρατία.

Ποικίλες οι στερεοτυπικές απόψεις σχετικά με το ποιος είναι έκνoμος και γιατί εγκληματεί. Εγκληματίας είναι εκείνος που δολοφονεί, που κυνικά και βίαια υπεξαιρεί όσα αδυνατεί να αποκτήσει νομίμως, υποκινούμενος από αξίες που δεν συνάδουν με τα κυρίαρχα κοινωνικά ήθη· δεν είναι –συχνά– αυτός «που αντιστέκεται στο κυρίαρχο σύστημα εκδικούμενος για τις τραυματικές του εμπειρίες» ή εκείνος που καταστρέφει στο πλαίσιο κοινωνικής διαμαρτυρίας.

Οι διωκτικές αρχές στοχεύουν πάντα στην ασφάλεια των πολιτών, αλλά με διαφορετική κάθε φορά ένταση και τροποποιημένες ενίοτε συντεταγμένες, ανάλογα με το πολιτικό πλαίσιο και τις κοινωνικές συγκυρίες. Αλλοτε υπερτερεί το δόγμα της «μηδενικής ανοχής», που δίνει προτεραιότητα στην ασφάλεια έναντι της ελευθερίας, κι άλλοτε εκείνο της «ανοχής», που παραχωρεί μέρος της ευθύνης για την αντιμετώπιση της παραβατικότητας στην κοινωνία (π.χ. στις διοικήσεις των πανεπιστημίων). Σπάνια ακολουθείται η ισορροπημένη μέση οδός, μακριά από το δίλημμα «ασφάλεια ή ελευθερία», αφού απαραίτητες για τη δημοκρατία είναι τόσο η ασφάλεια όσο και η ελευθερία.

Μοιάζει να υπάρχει μια σύγχυση αναφορικά με το ποιοι είναι οι κανόνες, τι είναι παράνομο και τι θεμιτό, ποιες είναι οι σταθερές μας κι αν υπάρχει ένας κοινός ηθικός σκοπός. Η κρίση, που πλάτυνε τα ερέβη, έκανε τη γη ολοένα και πιο ασταθή, ανέτρεψε την ιδέα που είχε το άτομο για τον εαυτό του, εκκόλαψε αβεβαιότητες. Οι ιλιγγιώδεις ρυθμοί τεχνολογικής και οικονομικής ανάπτυξης, ταχύτεροι από εκείνους των ψυχοδιανοητικών διεργασιών, περιορίζουν τη δυνατότητα αφομοίωσης των τεκταινομένων. Τα φαινόμενα γίνονται περισσότερο σύνθετα από την ικανότητα να τα εξηγήσουμε. Τα κριτήρια αλλάζουν, όπως και πολλά από εκείνα που μας δίνουν ένα όνομα, που μας καθιστούν κατόχους του εαυτού μας.

Επιπλέον, ισχνή είναι η πρόληψη, στην οικογένεια, στο σχολείο, στην τοπική κοινωνία, στους δημόσιους φορείς, ισχνά τα αντικίνητρα, από ένα μακρόπνοο σχέδιο. Μικρή έως μηδενική η συμμετοχή των πολιτών –μέσα στο πλαίσιο της νομιμότητας– στην πρόληψη της εγκληματικότητας. Προκειμένου να σπάσουν οι δεσμοί με την κατηφή ύλη, να πάψει μια κοινωνία να αντλεί το υλικό της από τα αρχεία του αίματος, προκειμένου να μην καταστεί το μέλλον αντίγραφο του παρόντος, θα έπρεπε να υπάρχει ένα κοινό αξιακό πλαίσιο, κοινοί στόχοι, κοινές δεσμεύσεις, μια κοινή αντίληψη της πραγματικότητας, μια μονοιασμένη κοινότητα. Δεν είμαστε. Τουλάχιστον ακόμη.