ΑΠΟΨΕΙΣ

Η μάχη για την κληρονομιά Ομπάμα

Ο δισεκατομμυριούχος πρώην δήμαρχος της Νέας Υόρκης Μαικλ Μπλούμπεργκ έχει ήδη ξοδέψει πάνω από 400 εκατ. δολάρια σε τηλεοπτικές διαφημίσεις για να προωθήσει την υποψηφιότητά του για το προεδρικό χρίσμα των Δημοκρατικών. Έχοντας εισέλθει τελευταίος στην εκλογική μάχη, δεν έχει ακόμη δοκιμασθεί στο έδαφος: ούτε στις πρώτες προκριματικές εκλογές, αλλά ούτε και στην βάσανο των debates.

Αυτό θα αλλάξει σήμερα, καθώς ο κ. Μπλούμπεργκ θα συμμετάσχει στο debate πριν από τις προκριματικές εκλογές της Νεβάδα. Θα είναι ένα σημαντικό τεστ για τη δυναμική της υποψηφιότητάς του, που έχει αλλάξει τα δεδομένα της εκλογικής μάχης εντός του Δημοκρατικού κόμματος. Η συμμετοχή του στη συζήτηση έρχεται παρά το γεγονός ότι το όνομά του δεν βρίσκεται ακόμη στα ψηφοδέλτια, καθώς μία τελευταία δημοσκόπηση τον έφερε στη δεύτερη θέση των υποψηφιών με 19%, πίσω μόνο από τον Μπέρνι Σάντερς – ακολουθεί ο Τζο Μπάιντεν με 15%, ενώ ο Πητ Μπούτιτζιτζ λαμβάνει μόλις 8%, παρά την μέχρι στιγμής ισχυρή επίδοσή του στις κάλπες. 

Ο Μάικλ Μπλούμπεργκ ήδη κέρδισε την δημόσια υποστήριξη της ομάδας των Αφροαμερικανών στο Κογκρέσο. Με τους μαύρους ψηφοφόρους να θεωρούνται κλειδί για την εκλογή ενός Δημοκρατικού προέδρου, ο πρώην δήμαρχος της Νέας Υόρκης πέτυχε έτσι μία σημαντική νίκη. Καθώς δε οι αντίπαλοί του για το χρίσμα τον βάζουν στο στόχαστρο της κριτικής, εκείνος απαντά μέσω του τελευταίου υποψηφίου που ένωσε τους Δημοκρατικούς – και τους έδωσε την προεδρία: Σε ένα νέο τηλεοπτικό σποτ, δείχνει τον πρώην πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα να εξάρει την ηγεσία του στην δημαρχία της Νέας Υόρκης.

Δεν είναι ο μόνος που διεκδικεί την «πιστοποίηση» του τέως προέδρου. Ο Τζο Μπάιντεν, ως αντιπρόεδρος και νούμερο δύο της κυβέρνησης Ομπάμα, έχει χτίσει όλη του την καμπάνια στη λογική ότι είναι ο προφανής διάδοχός του. Μάλιστα, επιτίθεται στον Πητ Μπούτιτζιτζ με το επιχείρημα ότι δεν εκτιμά το έργο του τέως προέδρου – αλλά και ότι δεν είναι «ο νέος Ομπάμα». Ο ίδιος ο Ομπάμα δεν έχει πάρει δημοσίως θέση για τον ποιον υποψήφιο θα υποστηρίξει, αλλά αυτό δεν εμποδίζει τους μνηστήρες να τον επικαλούνται κατά το δοκούν. Το ίδιο κάνει ακόμη και ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, που τελευταία ασχολείται περισσότερο με τον προκάτοχό του από τους πιθανούς αντιπάλους του για την προεδρία. Αφορμή ένα τουιτ του Μπάρακ Ομπάμα που διεκδικούσε τα θεμέλια της σημερινής ανάπτυξης, στο οποίο επιτέθηκε με σκωπτικό τρόπο. 

Ενδιαφέρουσα, αντίθετα, είναι η σιωπή του για τον Μάικλ Μπλούμπεργκ, που αναδεικνύεται στο αντίπαλο δέος για τον πρόεδρο Τραμπ καθώς εμφανίζεται αποφασισμένος να τον αντιμετωπίσει στα ίσια, τόσο στο twitter όσο και στην προεκλογική του εκστρατεία, ξοδεύοντας μάλιστα πολύ μεγαλύτερο μέρος της (πολύ μεγαλύτερης) περιουσίας του. Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν του επιτίθεται απ’ ευθείας, αλλά επιλέγει να χτυπά τα πεπραγμένα της διακυβέρνησης Ομπάμα – και παράλληλα, να… προωθεί τον Μπέρνι Σάντερς. Η λογική είναι απλή: Με το 39% των Αμερικανών να δηλώνουν ότι δεν θα ψήφιζαν έναν σοσιαλιστή υποψήφιο, θεωρεί ότι αν έχει απέναντί του τον Μπέρνι Σάντερς, είναι πιθανότερο να επανεκλεγεί.

Και έχει, πιθανώς, δίκιο σε αυτή την εκτίμηση: Στις εκλογές των Δημοκρατικών κρίνεται, ακόμη περισσότερο σήμερα από το 2016, και η πολιτική κληρονομιά του προέδρου Ομπάμα. Υποψήφιοι όπως ο Τζο Μπάιντεν και ο Μάικλ Μπλούμπεργκ διεκδικούν την κληρονομιά του ως όπλο εναντίον του προέδρου Τραμπ, αλλά και συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι των συνυποψηφίων τους. Αν όμως οι Δημοκρατικοί επιλέξουν την ρήξη με έναν υποψήφιο όπως ο Μπέρνι Σάντερς, το δίλημμα των προεδρικών εκλογών θα αλλάξει, και θα γίνει «Σοσιαλισμός ή Τραμπ». Ίσως πάλι δοκιμάσουν την εξέλιξη με έναν νέο πρόσωπο, για παράδειγμα τον 37χρονο Πητ Μπούτιτζιτζ, ελπίζοντας ότι θα καταφέρει να εμπνεύσει το εκλογικό σώμα όπως έκανε ο πρόεδρος Ομπάμα. Αλλά με την είσοδο του Μάικλ Μπλούμπεργκ στην κούρσα, αυτό το ενδεχόμενο απομακρύνεται. Το τοπίο αναμένεται να ξεκαθαρίσει σύντομα.

* Η κ. Κατερίνα Σώκου είναι Nonresident Senior Fellow στο Atlantic Council