ΑΠΟΨΕΙΣ

Ψυχραιμία και σύνεση

Ο διαχωρισμός σε πράσινους και βένετους και η μέχρις εσχάτων σύγκρουση δεν είναι νέα συνήθεια. Κατ’ ακρίβεια είναι μάλλον ιδιοσυγκρασιακό χαρακτηριστικό. Τελευταίο ζήτημα γύρω από το οποίο αναπτύσσεται σταδιακά ένα πεδίο σύγκρουσης είναι η πολύμορφη πολυπλοκότητα των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η σχέση των δύο εθνών υπερβαίνει κατά πολύ την ιστορία των κρατικών δομών που έχουν δημιουργηθεί στις ακτές του Αιγαίου (1830 και 1923) και αγγίζει ένστικτα και αντιλήψεις που είναι αδύνατον να τοποθετηθούν σε οποιοδήποτε πλαίσιο πέραν του ιστορικού. Το σημείωμα δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι επαρκές για οποιαδήποτε παραπέρα εμβάθυνση. Σε αυτό το ασταθές, αμμώδες, έδαφος, η Ελλάδα και η Τουρκία έχουν αναπτυχθεί με τρόπο ανισομερή από το 1923 και έπειτα. Με μια σύγκρουση στην Κύπρο που το 1974 οδήγησε στη παράνομη κατοχή του βορείου μέρους του νησιού, αλλά και γεγονότα διπλωματικά βαρύνουσας σημασίας, όπως η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε. και η συμμετοχή της Ελλάδας στον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης. Για πολλούς και διάφορους λόγους από το 2015 και έπειτα η Τουρκία μοχλεύει τη γεωγραφική θέση της, με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να έχει ουσιαστικά μετατρέψει τα εξωτερικά μέτωπα της χώρας του σε εργαλείο άσκησης και εσωτερικής πολιτικής.

Στην Ελλάδα μέχρι την πλημμυρίδα του προσφυγικού που ξέσπασε στο Ανατολικό Αιγαίο το 2015, οδηγώντας, σε σύντομο χρονικό διάστημα, στο όνειδος της Ειδομένης και στο κλείσιμο του βαλκανικού διαδρόμου, υπήρχε σχεδόν πλήρης άγνοια για την τουρκική ατζέντα. Εκτοτε η Τουρκία έχει ανοίξει εναργέστατα το μέτωπο της Συρίας, αλλά και της Ανατολικής Μεσογείου, όπως αποδεικνύει το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών, όσο ανυπόστατη και αν είναι, έχει ήδη παραγάγει ορισμένες πραγματικότητες τις οποίες η Αθήνα δεν μπορεί να αγνοήσει.

Η υφιστάμενη διπλωματική υπερκινητικότητα της Αθήνας είναι απολύτως θεμιτή και δίνει σαφέστατα και προς όλες τις κατευθύνσεις το σήμα ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται απλώς να δεχθεί τετελεσμένα και επεκτατικές ατζέντες από οποιονδήποτε. Ακριβώς, όμως, επειδή η συζήτηση και η επίλυση (ή όχι) αυτών των προβλημάτων δεν εξαντλούνται στο εσωτερικό, καθώς έχουν ξένους αντισυμβαλλομένους και λοιπούς δρώντες, γι’ αυτό και είναι απολύτως απαραίτητο οι ένθεν και ένθεν «χρήσιμοι ηλίθιοι» να διχαστούν μεταξύ τους όσο θέλουν, αλλά να μην υπονομεύουν την εθνική προσπάθεια.