ΑΠΟΨΕΙΣ

Η τουρκική επιθετικότητα

Οι εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή είναι πολύπλοκες, οι εξωτερικοί παράγοντες απρόβλεπτοι και οι συσχετισμοί δυνάμεων ρευστοί. Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα καλείται να χαράξει τη δική της πορεία, αλλά και να προβλέψει τις κινήσεις της Τουρκίας, μιας και η γειτονική χώρα βρίσκεται συνεχώς στο επίκεντρο εξελίξεων που μπορούν να επηρεάσουν άμεσα ή έμμεσα και τη δική μας. Ο καιροσκοπισμός του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει εμπλέξει τη χώρα του σε έναν κόμπο αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων και αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ολοένα μεγαλύτερη, άμεση επιθετικότητα και στην αύξηση των μεταναστευτικών ροών.

Εως πριν από λίγες εβδομάδες, η σχέση μεταξύ Τουρκίας και Ρωσίας εξελισσόταν με τέτοιο τρόπο που η Αγκυρα μπόρεσε να χαράξει «ανεξάρτητη» εξωτερική πολιτική, αγνοώντας τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, ενώ η Μόσχα μπόρεσε να πουλήσει όπλα, όπως τους πυραύλους S-400 στην Τουρκία, και να προκαλέσει ρήγμα στις σχέσεις της χώρας με τις ΗΠΑ και με την Ατλαντική Συμμαχία. Το γεγονός ότι η Ρωσία και η Τουρκία βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα στη Συρία δεν τις εμποδίζει όσο και οι δύο επέκτειναν την επιρροή τους εκεί μετά την απόσυρση των ΗΠΑ από τη Βόρεια Συρία. Τι έγινε, όμως, και η τόσο κερδοφόρος συνεργασία εξελίσσεται σε σύγκρουση μεταξύ των δύο χωρών στο έδαφος της Συρίας; Ο Βλαντιμίρ Πούτιν έχει επενδύσει πολύ στη στήριξη του προέδρου Μπασάρ αλ Ασαντ τα τελευταία χρόνια, ενώ ο Ερντογάν προβάλλει ως επιτυχία την τουρκική κατοχή μέρους της Συρίας εις βάρος του Ασαντ. Ετσι, ή ο Πούτιν ή ο Ερντογάν θα πρέπει να υποχωρήσει, να ταπεινωθεί.

Αυτό δεν θα το κάνει ο Πούτιν, ο οποίος ανέβασε το γόητρο της χώρας του με την καθοριστική παρέμβαση στη Συρία. Ετσι, ο Ερντογάν αναγκάστηκε να ζητήσει την αποστολή αμερικανικών πυραύλων Πάτριοτ στη μεθόριο για να προστατευθεί η χώρα του από τη ρωσική αεροπορία.

Την Παρασκευή, μάλιστα, δήλωσε ότι η Τουρκία μπορεί να χρησιμοποιεί ταυτόχρονα τους Πάτριοτ και τα ρωσικά S-400, πράγμα στο οποίο η Ουάσιγκτον δεν θα συναινέσει. Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο για την Αγκυρα: Ενώ ο Ερντογάν έπεισε τον Ντόναλντ Τραμπ να αποσύρει τις αμερικανικές δυνάμεις από τη Β. Συρία και να εγκαταλείψουν τους Κούρδους συμμάχους τους, ώστε η Τουρκία να μπορεί να εισβάλει και να τους εκδιώξει από την περιοχή, τώρα οι Ρώσοι άρχισαν να συνεργάζονται με τους Κούρδους μαχητές.

Με Τούρκους στρατιώτες να σκοτώνονται από τη ρωσική αεροπορία και τον στρατό της Συρίας, ο Ερντογάν αντιμετωπίζει οδυνηρή ήττα εδώ. Το ερώτημα είναι πώς θα εξελιχθεί η σχέση Τουρκίας – Ρωσίας γενικότερα και πώς αυτή θα επηρεάσει άλλα μέτωπα. Η πολιτική του Ερντογάν βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην προβολή ισχύος, σαν η Τουρκία να είναι υπερδύναμη. Δεν αντέχει στην ταπείνωση. Ούτε η οικονομία της χώρας στέκει καλά, και η επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας λόγω του κορωνοϊού στην Κίνα μπορεί να έχει απρόβλεπτες συνέπειες σε όλον τον κόσμο. Ετσι, ο Τούρκος πρόεδρος θα αναζητεί νίκες είτε στη Λιβύη είτε στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο και στα ελληνοτουρκικά. Θα βρει απέναντί του όχι μόνο τη Ρωσία, που προσδοκά κέρδη από την έμμεση εμπλοκή της στον πόλεμο της Λιβύης (πάλι σε αντίθετο στρατόπεδο από αυτό της Τουρκίας), αλλά και τη Γαλλία, που εμφανίζεται στυλοβάτης της ευρωπαϊκής πολιτικής άμυνας, την ώρα που η Γερμανία είναι παράλυτη και η Ε.Ε. ανέτοιμη. Επιπλέον, οι ΗΠΑ μάλλον δεν θα είναι τόσο πρόθυμες να διατηρήσουν την «ουδετερότητα» που τόσο ευνοούσε τις τουρκικές διεκδικήσεις.

Με τις περισσότερες χώρες της περιοχής –από το Ισραήλ έως τη Σαουδική Αραβία– να στέκονται απέναντι στην Τουρκία εξαιτίας της συμπεριφοράς του Ερντογάν, δεν του μένει παρά να επιδιώκει με ολοένα μεγαλύτερη επιμονή κέρδη στα μέτωπα με την Κύπρο και την Ελλάδα. Το ότι αυτό είναι αναμενόμενο δεν το καθιστά λιγότερο επικίνδυνο. Εκτός από συμμαχίες και σχέδιο, απαιτούνται ψυχραιμία και σοβαρότητα. Οχι μόνο από την κυβέρνηση. Από όλους.